Εξώφυλλο

Ανεμόσκαλα
Συμφραστικοί Πίνακες Λέξεων για Μείζονες Νεοέλληνες Ποιητές

Σκαρφαλώνοντας λέξεις όπως μιαν ανεμόσκαλα. Γιώργος Σεφέρης, «“Νότες” για ένα ποίημα» (ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ, Β΄)
Για τη ζωή και το έργο του Το ποιητικό του έργο
Μανόλης Αναγνωστάκης

Μανόλης Αναγνωστάκης (1925-2005)

© Νόρα Αναγνωστάκη & Ανέστης Αναγνωστάκης
Εκδ. Νεφέλη

  • Ο Μ. Αναγνωστάκης το 1952 [πηγή: Η Λέξη 11 (1/1982)]

  • Στη Θεσσαλονίκη, αρχές της δεκαετίας του '50. Από το αρχείο του Γ. Ζεβελάκη [αναδημοσίευση από το αφιέρωμα της εφημ. Καθημερινής, 4.12.2005]

  • Ο Σεφέρης με τον Μανόλη Αναγνωστάκη στην Αίθουσα «Τέχνης» της Θεσσαλονίκης (1964) [πηγή: Νόρα Αναγνωστάκη, «Ο ποιητής μου φορούσε κίτρινα πάνινα παπούτσια…», Το Βήμα, 27 Φεβρουαρίου 2000 (αφιέρωμα στον Γ. Σεφέρη) και Αντί, 527-528 (1993), σ. 53]]

  • Στιγμιότυπο από την εκπομπή «Παρασκήνιο» του Λάκη Παπαστάθη (1983)

  • Στη Γερμανία το 1989 [πηγή: Nέο Eπίπεδο 32, αφιέρωμα στον Mανόλη Aναγνωστάκη, Nοέμβριος 2000 ― αναδημοσίευση στο αφιερωματικό ένθετο «Επτά Ημέρες» της εφημ. Καθημερινή]

  • Απρίλιος 1986. Στο Τυπογραφείο των εκδόσεων Στιγμή ο Μ. Αναγνωστάκης. Δίπλα του ο Ε. Γονατάς, η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου και όρθιος ο Σπύρος Τσακνιάς.
    [πηγή: περιοδ. Αντί, 527-528 (1993), σ. 20]

  • Ο Μανόλης Αναγνωστάκης κατά τον Χρόνη Μπότσογλου, Γενάρης 1982 [πηγή: Η Λέξη 11 (1/1982)]

  • Ο Μανόλης Αναγνωστάκης κατά τον Βασίλη Σπεράντζα [πηγή: Εντευκτήριο 71 (2005): «Ο Μανόλης Αναγνωστάκης της Θεσσαλονίκης», πολυσέλιδο αφιέρωμα στον ποιητή, και Αντί, 527-528 (1993), σ. 5]

  • Στιγμιότυπο από την εκπομπή «Παρασκήνιο» του Λάκη Παπαστάθη (1983)

  • Ο ποιητής [πηγή: Η σελίδα του ΕΚΕΒΙ για τον Μ. Αναγνωστάκη]

  • Ο ποιητής [πηγή: Η σελίδα του ΕΚΕΒΙ για τον Μ. Αναγνωστάκη]

  • Στιγμιότυπο από την εκπομπή «Παρασκήνιο» του Λάκη Παπαστάθη (1983)

  • Εξώφυλλο του αφιερωματικού τεύχους του Εντευκτηρίου (71, 2005)

  • Εξώφυλλο προγράμματος της παράστασης «Είμαι αριστερόχειρ ουσιαστικά», (βασισμένη στην ομώνυμη έκδοση συνέντευξης του ποιητή στον Μισέλ Φάις)

Ποιητικό Ξεκίνημα

Οι τίτλοι στα «Περιεχόμενα» άμα τους διάβαζες στη σειρά, φτιάχναν ένα καινούριο ποίημα - το πιο όμορφο ποίημα, χωρίς λόγια περιττά, χωρίς φιλολογία, χωρίς φτιασίδια.

(Μ. Αναγνωστάκης, Το Περιθώριο ΄68-΄69)

Εποχές

Εποχές 2

Παρενθέσεις

Εποχές 3

Η Συνέχεια

Η Συνέχεια 2

Η Συνέχεια 3

Ο Στόχος

Ο κατάλογος με τους τίτλους των συλλογών, όπως εμφανίζονται στη συγκεντρωτική έκδοση του έργου του Μανόλη Αναγνωστάκη, Ποιήματα 1941-1971, συνιστά μια πρώτη ένδειξη ενός έργου λιτού και ενιαίου, που μπορεί να διαβαστεί και ως «ένα χρονικό δύο διαστάσεων ή, αν θέλετε, δύο παράλληλων περιπετειών: α) μιας συλλογικής-ιστορικής-αντικειμενικής περιπέτειας, και β) μιας ατομικής-προσωπικής-υποκειμενικής» (Μουλλάς 1998, 12-13).[1]

Η λογοτεχνική του πορεία ξεκινά ήδη στην εφηβική ηλικία, ενώ η πρώτη του λογοτεχνική εμφάνιση γίνεται το 1942, τη χρονιά που αποφοιτά από το Πειραματικό Σχολείο Θεσσαλονίκης (έχει προηγηθεί πάντως η δημοσίευση ποιήματός του στην εφημ. Νέος Κόσμος στις 16/1/1941, βλ. εδώ στην ενότητα Χρονολόγιο):

1870-1942

Απόψε, όπως καθόμαστε, μια διάθεση ρομαντική,
δεν ξέρω πώς, στην ίδια όλους μάς συνεπήρε δίνη.
«Πανσέληνος», το ημερολόγιο έγραφε: λέξη μαγική!
και ξαπλωμένοι, ο ένας κοντά στον άλλο, είχαμε μείνει
και το ρολόι στο χέρι μας πρόσμενε τη σελήνη.

Κι εκείνη εφάνη κάποτε, πίσω από τα σκιερά βουνά
και της κιθάρας το απαλό την υποδέχτη χάδι.
Ένας εστέναξε βαθιά, κάποιος άλλος ζητούσε να
δακρύσει, όπως εταίριαζε στο διάφανο σκοτάδι,
και τρίτος εψιθύριζε στίχους του Βασιλειάδη…

Πειραϊκά Γράμματα, τχ. 3 (Σεπτέμβριος 1942), 148.

Οι χρονικές ενδείξεις του τίτλου, στοιχείο που θα κάνει την εμφάνισή του και σε μετέπειτα ποιήματα του Αναγνωστάκη, εδώ πιθανώς οδηγούν στην αντιπαράθεση του τώρα με το τότε της εποχής της ακμής των ποιητών του ρομαντισμού, όπως ο Σπ. Βασιλειάδης που αναφέρεται στο ποίημα (Αργυρίου 2004, 74), στο πλαίσιο πάντως ενός ποιήματος παραδοσιακής τεχνοτροπίας. Αξίζει να σημειώσουμε και την παρατήρηση της Μ. Θεοδοσοπούλου (2015), πως οι χρονολογίες του τίτλου αντιστοιχούν στις χρονολογίες γέννησης και θανάτου του Ι. Γρυπάρη (που πεθαίνει τον Μάρτιο, ενώ το ποίημα δημοσιεύεται στο τεύχος Σεπτεμβρίου).

Το κλίμα του νεορομαντισμού και του νεοσυμβολισμού επιμένει και σε ποιήματα που δημοσιεύει τα επόμενα χρόνια. Φοιτητής πια, μέλος της ΕΠΟΝ και αρχισυντάκτης του φοιτητικού περιοδικού Ξεκίνημα (που βγάζει με συντρόφους του όπως ο Κλ. Κύρου, ο Θ. Φωτιάδης, ο Π. Θασίτης κ.ά.), θα δημοσιεύσει σε αυτό το πρώτο του νεοτερικό, σε ελεύθερο πια στίχο, ποίημα με τίτλο «Απροσδιόριστη χρονολογία» (Ξεκίνημα, αρ. 3, 20 του Μάρτη 1944). Στο περιοδικό Νεανική Φωνή δημοσιεύει το «Ιστορία», ποίημα που δεν θα εντάξει αργότερα σε καμία από τις συλλογές του. Ποιήματα δημοσιεύει και στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα (1945-1951).

Εξώφυλλο του περιοδικού [πηγή: Λογοτεχνικά Επίκαιρα, από το αρχείο του Ντίνου Χριστιανόπουλου]

Από τις πρώτες αυτές δημοσιεύσεις κάποια ποιήματα θα παραμείνουν ανένταχτα ενώ άλλα θα ενταχθούν στην πρώτη του ποιητική συλλογή, την οποία ονομάζει Εποχές ― τίτλος ο οποίος, σύμφωνα και με τον Α. Αργυρίου (2004, 139) «δεν δόθηκε συμπτωματικά, αφού επιβεβαιώνεται και μέσα από την ύλη της συλλογής στην οποία αφθονούν οι χρονολογίες».

Ο κύκλος των Εποχών

Στην οδό Αιγύπτου (πρώτη πάροδος δεξιά) τα κορίτσια κοκαλιασμένα περιμένανε από ώρα τον Ισπανό με τα τσιγαρόχαρτα.
«Ο Πόλεμος» (1945).

Η οδός Αιγύπτου, ένα δρομάκι στην περιοχή του λιμανιού (Λαδάδικα) της Θεσσαλονίκης, τόπος ύποπτων συναλλαγών και μαύρης αγοράς κατά την κατοχή (Δάλλας 2007, 83), είναι ένα από τα τοπόσημα της γενέθλιας πόλης στην πρώτη ποιητική συλλογή του Μανόλη Αναγνωστάκη· γεννημένος το 1925, εκεί θα ζήσει την εμπειρία των πέτρινων χρόνων της κατοχής και του εμφυλίου, ως νεαρός, ήδη, ποιητής. «Χωθήκαμε στην οδό Αρριανού κυνηγημένοι από τους πεταλάδες» θα γράψει 30 χρόνια μετά στο «Αισθηματικό Διήγημα» (Ο Στόχος, 1970), ένα ακόμα αναμνηστικό ποιητικό ίχνος της κατοχικής Θεσσαλονίκης: πεταλάδες ήταν το παρατσούκλι για τους περιπολούντες Γερμανούς στρατιώτες.

Οι Εποχές, η πρώτη του συλλογή (το 1945, εκτός εμπορίου με δύο σχέδια του Τάκη Αλεξανδρίδη), περιλαμβάνει ποιήματα γραμμένα από το 1941 ώς το 1944, κατά τη διάρκεια δηλαδή της κατοχής, χωρίς ωστόσο η θεματική τους να αντλείται αποκλειστικά από το πολεμικό κλίμα και την αντίσταση, στην οποία συμμετείχε ενεργά.

«Δεν την κυκλοφόρησα στο εμπόριο, έδωσα τυπικά σε ένα δυο βιβλιοπωλεία. (…) Οι λόγοι δεν είναι αυτοί που μπορεί να φανταστεί κανείς· λόγοι σεμνότητας ας πούμε ή φόβου ή επιφύλαξης ότι αυτά που γράφω δεν είναι καλά. (…) Ήταν κάτι άλλο αλλά πρέπει να μεταφερθεί κανείς στο κλίμα της εποχής για να το καταλάβει αυτό. Δεν ήταν εναρμονισμένο, σύμφωνο με το περιεχόμενο της ποιητικής συλλογής ―ή τουλάχιστον το μεγαλύτερο μέρος της― με την αντίληψη που επικρατούσε τότε για το τι είναι η ποίηση και τι προορισμό έχει. Εννοώ, δηλαδή, αυτά που πιστεύαμε τότε, μάλλον, που κυκλοφορούσαν γενικότερα στο κλίμα της εποχής, ότι η ποίηση πρέπει να εξυπηρετεί τα συμφέροντα του λαού, να υμνεί τα κατορθώματα της εθνικής αντίστασης, να είναι στρατευμένη, κλπ. Μέσα στα δικά μου ποιήματα δεν υπήρχε ούτε η λέξη αντάρτης, ούτε η λέξη αντίσταση, ούτε η λέξη κατοχή, ούτε η λέξη φασισμός. Εγώ όμως από την άλλη μεριά ήμουνα πολιτικά στρατευμένος και ήμουνα ένα στέλεχος του φοιτητικού κινήματος γνωστό σ' ένα κύκλο. Κι αυτό το πράγμα θα ερχόταν σε κάποια αντίθεση· κάπου θα άκουα αντιρρήσεις, αντιδράσεις, ειρωνείες, ίσως, γιατί τα περισσότερα ποιήματα της συλλογής ήταν ποιήματα ερωτικά μάλλον. Είχαν βέβαια έναν αέρα της κατοχής, αλλά δεν είχαν αυτόν τον αέρα της μπροσούρας που ήθελε η εποχή». Μαρτυρία από συνέντευξη στην εκπομπή Παρασκήνιο (1983).

Το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής αποτελείται πράγματι από ποιήματα, όπως η «Αναμονή», στον μεσοπολεμικό τόνο του (νεο)συμβολισμού, στο κλίμα της ελάσσονος ποίησης και του καρυωτακισμού: ποιήματα φυγής και αδιεξόδου, υπαρξιακής και ερωτικής αγωνίας. Χαρακτηριστική η ακροτελεύτια αποστροφή «Ω ψυχή την αγωνία ερωτευμένη!» από τα «Πέντε μικρά θέματα», καθώς και οι ―ίσως οι πλέον γνωστοί, χάρη στη μελοποίηση του Μίκη Θεοδωράκη― στίχοι από το ίδιο ποίημα:

(Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς
Να γνωρίζω κανένανε κι ούτε
Κανένας με γνώριζε).

Στα τελευταία ποιήματα της συλλογής (όχι όμως και χρονολογικά ύστερα) εμφανίζεται και ο διάλογος με την ιστορία, με συγκεκριμένες αναφορές στον πόλεμο, από τη θέση μάλιστα, κάποιες φορές, του συλλογικού εμείς. Και αν στα «Ποιήματα που μας διάβασε ένα βράδυ ο λοχίας Otto V…, I, II», η ατμόσφαιρα παραπέμπει μάλλον στον Α΄ Παγκόσμιο και η έμφαση δίνεται στη χειρονομία ποιητικής οικειοποίησης του προσώπου του αντιπάλου, στα τρία επόμενα βρισκόμαστε πια στο παρόν του ποιητή και της υπό κατοχή πόλης: «Ο πόλεμος», «Χάρης 1944», «Το καινούργιο τραγούδι». «Ο πόλεμος» μάλιστα, όπου κάνει την εμφάνισή της η κατοχική οδός Αιγύπτου, γραμμένο το 1941 (όταν επομένως ήταν δεκαέξι χρονών), ορίζει το άκρο της επίσημης ποιητικής του παραγωγής, καθώς είναι το πιο πρώιμο που εντάσσεται σε συλλογή. Στοιχεία πάντως που θα επιμείνουν στην ποιητική παραγωγή του Αναγνωστάκη και προαναγγέλλουν τη συνέχεια είναι ο ελεύθερος στίχος, η πεζολογία, το διαλογικό ύφος, η αυτοβιογραφική εξομολόγηση, η τυραννία της μνήμης. Η συλλογή κλείνει με το «Το καινούριο τραγούδι» και τους ακόλουθους στίχους, ενδεικτικούς μιας ποιητικής αυτοπεποίθησης:

[…]

Μια μέρα θα γράψω την ιστορία των χρόνων μου
Ένας κήπος μ' άδικα κομμένα άγουρα ρόδα

[…]

Φτάνει πια η γαλάζια αιθρία του Αιγαίου με τα ποιήματα που ταξιδεύουν σε ασήμαντα νησιά για να ξυπνήσουν την ευαισθησία μας

[…]

Κι εγώ ονειρεύομαι μια μέρα πατώντας πάνω στους νεκρούς μου στίχους να τονίσω με κόκκινα γράμματα (νικητήριες σάλπιγγες) το καινούριο μου τραγούδι.

Τον επόμενο χρόνο μετά την έκδοση της πρώτης συλλογής του εικοσαετούς ποιητή ξεκινά ο Εμφύλιος Πόλεμος. Το 1948 ο Αναγνωστάκης συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του τυπώνεται από φίλους του στις Σέρρες, τον Αύγουστο του 1948, σε 100 αντίτυπα εκτός εμπορίου η συλλογή του Eποχές 2, με σκόπιμα λαθεμένη χρονολογία γραφής: 1943-1946· 8 μόλις ποιήματα των ετών 1946-1948 (μεσούντος του Εμφυλίου), όλα άτιτλα (I - VIII), με κυρίαρχο και πάλι τον κουβεντιαστό, διαλογικό τόνο.

Το φρούριο του Επταπυργίου, γνωστότερο ως οι διαβόητες φυλακές του Γεντί Κουλέ [πηγή: Κέντρο Ιστορίας Δήμου Θεσ/νίκης]

Η συλλογή Παρενθέσεις προηγείται συγγραφικά της συλλογής Εποχές 3, με ποιήματα γραμμένα στα χρόνια 1948-49, δημοσιευμένα στο περιοδικό ο Αιώνας μας (1947-1951), αλλά εκδομένα μόλις το 1956 ως μέρος του συγκεντρωτικού τόμου Τα Ποιήματα 1941-1956. Στη συλλογή αυτή ανήκουν μόνον 5 ολιγόστιχα ποιήματα, που αποτελούν πράγματι ένα είδος παρένθεσης ανάμεσα στις συλλογές Εποχές 2 και Εποχές 3. Απουσιάζει εδώ ο διαλογικός τόνος, το β΄ πρόσωπο απευθύνεται περισσότερο εις εαυτόν, αλλού κυριαρχεί το α΄ πληθυντικό («Τοπίο», «Άνθρωποι»). Το πέμπτο και τελευταίο ποίημα (που δεν απευθύνεται στον Ν. Εγγονόπουλο, όπως κάποιες φορές θεωρήθηκε, αλλά στον συναγωνιστή του, Νίκο Ευστρατιάδη), γραμμένο στις φυλακές του Γεντί Κουλέ, κλείνει χαρακτηριστικά:

ΣΤΟΝ ΝΙΚΟ Ε… 1949

Φίλοι
Που φεύγουν
Που χάνονται μια μέρα
Φωνές
Τη νύχτα
Μακρινές φωνές
Μάνας τρελής στους έρημους δρόμους
Κλάμα παιδιού χωρίς απάντηση
Ερείπια
Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες.

 

Εφιάλτες,
Στα σιδερένια κρεβάτια
Όταν το φως λιγοστεύει
Τα ξημερώματα.

 

(Μα ποιός με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;).

Τα ποιήματα όμως αυτά θα εκδοθούν αργότερα. Στο μεταξύ τις Εποχές 2 ακολουθούν δύο χρόνια εκδοτικής σιωπής, μέχρι τον Ιούλιο 1951 που εκδίδονται οι Εποχές 3, με 12 ποιήματα γραμμένα στα χρόνια 1949-1950 στη φυλακή.

Όταν ήμουνα με τυφοειδή πυρετό στο Αναρρωτήριο, κάθε πρωί, στις πέντε, περνούσαν κάτω από τα παράθυρα οι φάλαγγες των μελλοθανάτων, κι εμείς στα κρεβάτια μας ακούγαμε τα τραγούδια, τις ζητωκραυγές, τις βλαστήμιες.

Εκείνο το πρωί νόμισα πως ξεχώρισα τη φωνή του Φαρμάκη, έναν τόνο πιο πάνω από τις άλλες ― ύστερα κατάλαβα πως ήτανε για μένα τον άρρωστο, ένα τελευταίο μήνυμά του, ο αποχαιρετισμός.

Βιώματα όπως το παραπάνω, που θα καταθέσει πολύ αργότερα στο Περιθώριο ΄68-΄69, μεταλλάσσονται σε ύλη ποιητική:

Το πρωί
Στις 5
Ο ξηρός
Μεταλλικός ήχος
Ύστερα από τα φορτωμένα καμιόνια
Που θρυμματίζουνε τις πόρτες του ύπνου.
Και το τελευταίο «αντίο» της παραμονής
Και οι τελευταίοι βηματισμοί στις υγρές πλάκες
Και το τελευταίο σου γράμμα
Στο παιδικό τετράδιο της αριθμητικής
Σαν του μικρού παραθυριού το δίχτυ
Που τεμαχίζει με κάθετες μαύρες γραμμές
Του πρωινού χαρούμενου ήλιου την παρέλαση.

Η συλλογή που κλείνει τον κύκλο των Εποχών, ολοκληρώνεται με έναν επίλογο:

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Οι στίχοι αυτοί μπορεί και να 'ναι οι τελευταίοι
Οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν
Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δε ζούνε πια
Αυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι
Τα θλιβερά τραγούδια τους γενήκανε πουλιά
Σε κάποιον άλλον ουρανό που λάμπει ξένος ήλιος
Γενήκαν άγριοι ποταμοί και τρέχουνε στη θάλασσα
Και τα νερά τους δεν μπορείς να ξεχωρίσεις
Στα θλιβερά τραγούδια τους φύτρωσε ένας λωτός
Να γεννηθούμε στο χυμό του εμείς πιο νέοι.

Ανάγνωση του ποιήματος από τον δίσκο «O Mανόλης Aναγνωστάκης διαβάζει Aναγνωστάκη»

Συνέχειες. Τα χρόνια της διάψευσης

Ο κύκλος των Συνεχειών (1954-1962) αριθμεί, όπως και αυτός των Εποχών, τρεις ομώνυμες ποιητικές συλλογές. Η Συνέχεια, γραμμένη στα 1953-1954, εκδίδεται στην Αθήνα ιδιωτικά το 1954. Αν στις προηγούμενες συλλογές διακρινόταν ακόμα κάποια αισίοδοξη αυτοπεποίθηση ποιητική, ιδιαίτερα σε ποιήματα όπως «Το καινούριο τραγούδι», τώρα η διάψευση φαίνεται να αγκαλιάζει και την ίδια την ποιητική λειτουργία:

(Γιατί η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε,

αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας).

«Εκεί», Η Συνέχεια

Ωστόσο συνεχίζει να γράφει την «ιστορία των χρόνων του». Η Συνέχεια 2 αποτελείται από 5 ποιήματα γραμμένα το 1955 και προδημοσιεύεται τον επόμενο χρόνο, ως μέρος της πρώτης συγκεντρωτικής έκδοσης ποιημάτων του Αναγνωστάκη Τα Ποιήματα 1941-1956, η οποία και σφραγίζει την ποιητική παραγωγή του της περιόδου της Κατοχής και των χρόνων που ακολούθησαν το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Σύμφωνα με τον Δ. Ν. Μαρωνίτη

«οι Εποχές, σχεδόν στο σύνολό τους, συνιστούν τον ποιητικά πραγματοποιημένο αντίλογο του Αναγνωστάκη προς αντίπαλες πολιτικές συνθήκες, που τείνουν συστηματικά να ακυρώσουν τις βαριές εμπειρίες της δεκαετίας 1940-1950. Οι Συνέχειες, σχεδόν στο σύνολό τους, αντιστέκονται στην εξαγορά αυτών των εμπειριών από τα εναλλασσόμενα επιτελεία της αριστεράς κατά τη δεκαετία 1950-1960. Στον κύκλο των Εποχών η σύγκρουση του ποιητή είναι κυρίως σύγκρουση με τον αντίπαλο πολιτικό περίγυρο. Στις Συνέχειες η σύγκρουση αυτή μεταφέρεται στο εσωτερικό της καταρχήν σύμμαχης μεταπολεμικής αριστεράς» («Ποιητική και Πολιτική Ηθική», 1976, 43).

Τα ποιήματα των Συνεχειών συνομιλούν με αυτά των Εποχών μέσα από κοινά μοτίβα και θέματα, αλλά συχνά και με επανεγγραφές αυτούσιων φράσεων ή και ολόκληρων στίχων, οργανώνοντας έτσι ένα πυκνό δίκτυο ενδοκειμενικών αναφορών· παράλληλα, εισάγουν νέα στοιχεία: έναν πιο κρυπτικό λόγο και αξιοποίηση της μυθικής μεθόδου προκειμένου να προβληθεί η ατομική ή συλλογική εμπειρία του παρόντος σε μυθικό ή αλληγορικό (ακόμα και χριστολογικό, με παραβολές από την Καινή Διαθήκη) επίπεδο. Ένα από τα ποιήματα στο οποίο αξιοποιούνται αναφορές στην Καινή Διαθήκη είναι το γνωστό «Μιλώ…», με το οποίο κλείνει Η Συνέχεια 2· πρόκειται για «ένα είδος περίληψης των προηγουμένων, που συνοψίζει στο πρώτο μέρος του την κύρια θεματική του Αναγνωστάκη ενσωματώνοντας στίχους άλλων ποιημάτων» (Μουλλάς 1998, 30).

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών

Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα

[…]

 

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες

Π' αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του

Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν

Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν

Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια

Κι οι σύντροφοι τούς φτύνανε και τους σταυρώναν

Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π' άκρη δεν έχει

Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει

 

Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.

Σ' αυτό το ποίημα επανέρχεται ο Αναγνωστάκης στην τελευταία συλλογή του κύκλου, στο πρώτο ποίημα της Συνέχειας 3:

ΤΩΡΑ ΜΙΛΩ ΠΑΛΙ

Τώρα, μιλώ πάλι σαν ένας άνθρωπος που γλίτωσε απ᾿ το λοιμό

Επισκέπτομαι τους φίλους μου, ξέρω πολλούς που σώθηκαν

(«Υπάρχει πάντα μια αναχώρηση»), έτσι είχα κάποτε πει

Άλλοτε πάλι μίλησα για μιαν άγνωστη αρρώστια ― ποιός τα θυμάται;).

Ο ειρωνικός τόνος και ο πικρός αυτοσαρκασμός κάνουν στα 19 ποιήματα της Συνέχειας 3 πιο έντονη την εμφάνισή τους. Η τελευταία αυτή συλλογή του κύκλου των Συνεχειών, κλείνει με μια «Αφιέρωση» (με τον ίδιο τρόπο που ο κύκλος των Εποχών έκλεισε με τον «Επίλογο»):

Για τους ερωτευμένους που παντρεύτηκαν
Για το σπίτι που χτίστηκε
Για τα παιδάκια που μεγάλωσαν
Για τα πλοία που άραξαν
Για τη μάχη που κερδήθηκε
Για τον άσωτο που επέστρεψε

Για όλα όσα τέλειωσαν χωρίς ελπίδα πια

Το στοιχείο της ειρωνείας και της σάτιρας ενισχύεται στη συλλογή που θα εκδώσει στη δικτατορία, τον Στόχο (1970), μαζί με τους ευδιάκριτους πια καβαφικούς («Νέοι της Σιδώνος, 1970», «Θεσσαλονίκη, μέρες του 1969 μ. Χ.») και καρυωτακικούς απόηχους. Στα μισά σχεδόν ποιήματα του Στόχου τίθεται ως πρόβλημα «η ίδια η αξία της ποιητικής λειτουργίας, κοιταγμένη μέσα στη κοινωνική αποτελεσματικότητά της και στην παραστατική της δύναμη» (Orsina 1995, 122).

Στην αντιστασιακή έκδοση Δεκαοχτώ κείμενα, όπου δημοσιεύεται το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής, συμμετείχαν με έργα τους οι Γιώργος Σεφέρης, Μανόλης Αναγνωστάκης, Νόρα Αναγνωστάκη, Αλέξανδρος Αργυρίου, Θανάσης Βαλτινός, Λίνα Κάσδαγλη, Νίκος Κάσδαγλης, Αλέξανδρος Κοτζιάς, Τάκης Κουφόπουλος, Μένης Κουμανταρέας, Δημήτρης Μαρωνίτης, Σπύρος Πλασκοβίτης, Ρόδης Ρούφος, Τάκης Σινόπουλος, Καίη Τσιτσέλη, Στρατής Τσίρκας, Θεόφιλος Φραγκόπουλος, Γιώργος Χειμωνάς.

Περιθώρια και υστερόγραφα

Πριν φτάσει στην έκδοση του Στόχου (1970), η οποία υπαγορεύτηκε και από τις πολιτικές συγκυρίες, ο Αναγνωστάκης κυκλοφορεί το 1969 σε πολύ περιορισμένο αριθμό δακτυλόγραφων αντιγράφων 34 «κομμάτια», όπως τα αποκαλεί στον πρόλογό του, με τον τίτλο Περιθώριο '68-69. Πρόκειται για κείμενα μεταξύ ποίησης και πεζογραφίας, ελλειπτικά και επιγραμματικά, που συμπληρώνουν ως marginalia το μέχρι τότε ποιητικό του έργο.[2]

Μέσα στο γραφείο του ο Ποιητής, μιλά αργά τον ευγενικό επισκέπτη του για την αποστολή της ποίησης στον καιρό μας, για την αδιαφορία των νέων προς τη γλώσσα, για την πολυπλοκότητα των πνευματικών προβλημάτων στην αντιφατική εποχή μας.

Να φανταστείς ένα άλλο δωμάτιο με τέσσερις καθόλου ευγενικούς επισκέπτες, να μαστιγώνουν τον Ποιητή, να τον ξεγυμνώνουν, να του σβήνουν αναμμένα τσιγάρα στα χέρια, να του ρίχνουν κουβάδες νερό να συνέλθει για να ξαναρχίσουν.

Μέσα σε ποιό δωμάτιο βρίσκεται ο Ποιητής ο αληθινός;

Τί θα σκεφτόταν άραγε τότε για την αποστολή της ποίησης, για τη γλώσσα, για την πολυπλοκότητα των προβλημάτων της εποχής;

Κάτω από ποιό φορτίο λύγισαν οι δικοί σου ώμοι και κάτω από ποιό οι δικοί μου;

Ποιά ζυγαριά θα μας μετρήσει;
[Από Το Περιθώριο '68-'69]

Τώρα πια που δε γράφω και η απόσταση του χρόνου με βοηθάει, βλέπω καθαρότερα πόσες φορές, πραγματικά, έπνιξα στο λαρύγγι μου τα ίδια μου τα τραγούδια.

Στα λιγοστά ποιήματα που, μέσα σε είκοσι πέντε και παραπάνω χρόνια, έγραψα, αν εξαιρέσω το πρώτο και ένα μέρος από το δεύτερο βιβλίο μου, σε πόσα από τα υπόλοιπα δεν έσβησα την τελευταία στιγμή λέξεις, δεν αλλοίωσα έννοιες, δεν αφαίρεσα ολόκληρους στίχους, γιατί υπήρχαν εκεί ίσως μερικά πράγματα που δεν έπρεπε ακόμα να ειπωθούν. Πόσοι άραγε απ' αυτούς που, δίκαια, μ' έψεξαν για «χαλαρότητα στην έκφραση», για «ηθελημένη ασάφεια», για «αδιαφορία στη μορφή», υποπτεύθηκαν πως είχα πετύχει σχεδόν πάντα την καίρια λέξη, που και μόνη της μπορούσε να ανακαλέσει ένα ολόκληρο νόημα, να στήσει έναν κόσμο ― και δεν την έγραψα γιατί πίστευα (ή φοβόμουνα) πως δεν έπρεπε ακόμα να γραφτεί.

(Σ' όλη μας τη ζωή βουλιάξαμε πολλά καράβια μέσα μας, ίσως για να μη ναυαγήσουμε μια ώρα αρχύτερα εμείς οι ίδιοι).
[Από Το Περιθώριο '68-'69].

 

Στοιχεία από το Περιθώριο '68-'69 θα περάσουν και στο ΥΓ. του 1983· 124 σύντομες φράσεις, σπαράγματα που διαβάζονται αυτόνομα, το υστερόγραφο του ποιητικού του έργου ―καθώς μετά τον Στόχο δεν θα εκδώσει άλλη ποιητική συλλογή― που θα κυκλοφορήσει αρχικά σε 100 αντίτυπα εκτός εμπορίου. Σε συνέντευξη στον Μισέλ Φάις, το 1992 (Φάις 2011, 60-61), θα πει:

Πριν από δέκα χρόνια, όμως, έγραψα το Υστερόγραφο. Θεωρήθηκαν ποιήματα, ενώ ουσιαστικά δεν είναι ποιήματα, είναι ποιητικά αποσπάσματα, δεν είναι τωρινά πράγματα αυτά, υπήρχαν από χρόνια. Δεν είναι φτιαχτά, δεν είναι κάτι φτιασιδωμένο. Είναι ένα πράγμα λιτό. Αυτό αποτελεί την ώριμη πνευματική μου συνεισφορά. Αυτό είναι όλο το απόσταγμα της ποιητικής μου εμπειρίας. Δεν είναι ποιήματα. Δεν είναι ούτε ρητορεία όμως. Δεν έκανα ποτέ ρητορεία. Δε μ' άρεσε.

Η μαρτυρία σχετικά με μια από αυτές τις σύντομες φράσεις, που μας διασώζει ο J. Palestel. φανερώνει την ένταση που κρύβεται πίσω από τις γραμμές:

«Όταν καταδικάστηκε σε θάνατο ο Μανόλης Αναγνωστάκης δεν ήταν ο μόνος. Ένας εικοσάχρονος σύντροφός του, που όπως αυτός "έχασε τον εμφύλιο πόλεμο", είχε την ίδια ποινή. Είπε στον Αναγνωστάκη ότι αν θα τον εκτελούσαν, η μητέρα του θα πέθαινε μόλις το μάθαινε. Έγραψε λοιπόν στη μητέρα του από πριν αρκετά γράμματα, ώστε να του εξασφαλίσουν μια μεταθανάτια επιστολογραφία δέκα ετών και ζήτησε από τον Αναγνωστάκη να της τα στέλνει… στην περίπτωση που εκείνος γλιτώσει. Ο νεαρός εκτελέστηκε. Ο ποιητής ταχυδρομούσε κανονικά τα γράμματα για περισσότερα από πέντε χρόνια, ωσότου η μητέρα πέθανε, τριγυρισμένη όμως από την επιστολική αγάπη του πεθαμένου της γιου. Η ιστορία αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει υλικό ενός κανονικού μυθιστορήματος. Ωστόσο να τι έχει διασώσει ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ένας ποιητής ολιγογράφος: «Χρόνια ύστερα από το θάνατό του, εσύ έστελνες στη μάνα του κάθε μήνα ένα γράμμα από το πακέτο που σου είχε εμπιστευτεί».
J. Palestel, «Η σιωπή είναι μια πράξη…» (συζήτηση με τον Μ. Αναγνωστάκη, Libération, 25/1/1990)˙ αναδημ. στην Ελευθεροτυπία, 30/11/2001.

Την ίδια αίσθηση αποκομίζουμε και από ένα αυτοσχόλιο του Αναγνωστάκη στη συνέντευξη του 1992 (Φάις 2011, 62-63), σχετικά με το σπάραγμα «Δεν ήξερε κανείς τους ποιος ήταν ο Γιάννης ο Σαλάς» στο ΥΓ.:

O κόσμος όμως δεν ξέρει ποιος είναι ο Γιάννης ο Σαλάς. Είναι μια δική μου, προσωπική, όχι ανάμνηση απλώς, είναι ένα έντονο βίωμα. […] O Σαλάς είναι ο ήρωας της Mέσης Aνατολής, είναι ο ιδρυτής της AΣO, της Aντιφασιστικής Στρατιωτικής Oργάνωσης. Είναι ο ήρωας του Τσίρκα, είναι ο Φάνης.

Μια «ποίηση της ήττας»;

Βασανισμένος ανελέητα ο ποιητής απ' ένα τρομερό ( ομολογουμένως) παρελθόν, φτάνει ως την παραίτηση, φυσική ψυχολογική συνέπεια της μακρόχρονης (και τόσο επώδυνης) άρνησης. […] Γράφτηκε κάποτε στην Επιθεώρηση Τέχνης πως η ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη είναι μια σύγχρονη εκδοχή του καρυωτακικού μικροαστισμού. Υπάρχει αρκετή δόση αλήθειας σ' αυτή τη ρήση. […] Χωρίς αυτό να σημαίνει πως η ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη δεν είναι μια από τις πιο γνήσιες, και τις πιο δραματικές, του μεσοπολέμου. [Τ. Λειβαδίτης, Αυγή 1.7.62 (παρατίθεται στο Κοκκόλης 1993)].

Τον επόμενο χρόνο από την παραπάνω κριτική, ενδεικτική του καιρού της, θα δημοσιευτεί το δοκίμιο του Βύρωνα Λεοντάρη «Η ποίηση της ήττας» (Επιθεώρηση τέχνης, τχ. 106-7, 1963), στο οποίο, με αφορμή την έκδοση της νέας συλλογής του Τίτου Πατρίκιου, θα προτείνει αυτόν τον όρο για μια ομάδα ποιητών της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, συμπεριλαμβανομένου και του Μανόλη Αναγνωστάκη: «Η 'ποίηση της ήττας' βασικά είναι μια βαθιά κρίση και ίσως το τέλος της αντιστασιακής ιδεολογίας και της αντιστασιακής ποίησης. Οι ιστορικές εξελίξεις, που αλματικά συντελούνται στα πιο κρίσιμα ανθρώπινα προβλήματα, αποκαλύπτουν μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο την εσωτερική ανεπάρκεια, την αντιφατικότητα, και την ουτοπικότητα πολλών από τις βασικές αντιλήψεις της αντιστασιακής ιδεολογίας».

Αν και στο δοκίμιο του Λεοντάρη ο όρος δεν έχει μειωτικό φορτίο, πολιτογραφήθηκε στο λεξιλόγιο της αριστεράς συχνά σε αρνητικό πλαίσιο, καθώς συνδέθηκε με κατηγορίες περί απαισιοδοξίας και «καρυωτακισμού». Σε συνέντευξή του το 1982 ο Αναγνωστάκης θα αντιδράσει:

Δεν παραδέχομαι την ταμπέλα 'Ποίηση της ήττας' ή όπως αλλιώς, που αβασάνιστα έχει πολιτογραφηθεί κι έχει σφραγίσει έναν μόνιμο τρόπο κριτικής συμπεριφοράς. Θα προκαλούσα να αντιπαραθέσουμε μια άλλη ποίηση της εποχής που θα την βαφτίζαμε 'ποίηση της νίκης' ή έστω 'ποίηση της μη ήττας'. Εγώ τέτοια ποίηση δεν βλέπω. […] Από ιστορική και γραμματολογική άποψη, όλοι οι ποιητές της γενιάς αυτής, αν ψάξεις κάτω από την επιφάνεια, θα βρεις ότι άλλος υπαινικτικά, άλλος πιο ανοιχτά, άλλος ΄ενσυνείδητα', άλλος διαισθητικά, εξέφρασαν ―θέλοντας και μη θέλοντας- οδυνηρά βιώματα και καταστάσεις που υπήρχαν ή διαμορφώνονταν αλλά που είτε ήταν ακόμα πρόωρα προς γενική παραδοχή, είτε από πολιτική άποψη θεωρούνταν ασύμφορο να ομολογηθούν και που παρερμηνεύτηκαν εσκεμμένα ή μη, από καλή πίστη ή στυγνή σκοπιμότητα, σαν μορφές ηττοπάθειας, έλλειψης πίστης, συμβιβασμών και αντιδραστικότητας ακόμα. Υπάρχουν ποιητές που εξέφρασαν τις επιπτώσεις μιας ήττας (που δεν ήταν βέβαια απλά 'στρατιωτική'), που συνειδητοποίησαν πρώιμα μια πραγματικότητα, που 'προφήτεψαν' ακόμη ό,τι έμελλε να συμβεί- αλλά που οι ίδιοι δεν υπήρξαν 'ηττημένοι', ούτε πολύ περισσότερο εγκατέλειψαν τον αγώνα (στην πιο πλατειά και ανθρώπινη ουσία του).
«Σε β' πρόσωπο. Μια συνομιλία του Μανόλη Αναγνωστάκη με τον Αντώνη Φωστιέρη και τον Θανάση Νιάρχο», Η Λέξη 11 (Γενάρης 1982), 56.

Πιο πρόσφατα η συζήτηση μεταξύ των μελετητών κινείται γύρω από έναν διαφορετικό άξονα, την πρόκριση της πολιτικής ή της υπαρξιακής διάστασης της ποίησης του Αναγνωστάκη. Στο ντοκιμαντέρ Μανόλης Αναγνωστάκης: Δεκαπέντε και μία κινούμενες εικόνες, ο ίδιος ακούγεται να λέει: «Η ποίησή μου βγαίνει από ένα βίωμα, δε βγαίνει από μια στράτευση», ενώ στην ηχογραφημένη συνέντευξη του 1992 (Φάις 2011) σημειώνει:

Κατά καιρούς μ` έχουν χαρακτηρίσει καθαρά πολιτικό ποιητή. Προσωπικά δεν νομίζω ότι είμαι πολιτικός ποιητής. Είμαι ερωτικός και πολιτικός μαζί. Συνδυάζονται αυτά τα δύο. Είναι η εποχή που τα συνδύαζε αυτά τα δύο. Δηλαδή, δεν μπορούσε να είναι κανείς ερωτικός ποιητής ξεχνώντας το πολιτικό πλαίσιο εκείνης της εποχής, που ήταν φουντωμένα τα πολιτικά πάθη. Υπήρχε το πολιτικό στοιχείο μέσα, η έκφραση της πολιτικής, μέσα από μια ερωτική κατάσταση όμως. Δεν ξέρω αν το καταλαβαίνουμε αυτό το πράγμα εύκολα. Γι` αυτό αρνούμαι όλα αυτά περί «ποίηση της ήττας» και τα σχετικά. Δεν είναι ποίηση της ήττας, είναι μια αγωνία για την εποχή, ένα άγχος για την εποχή. Όταν τελείωσε η εποχή, τελειώνει και η ποίηση.

Οπωσδήποτε πολιτική ποίηση όπως ορίζεται παραπάνω δεν σημαίνει στρατευμένη ποίηση ― δεν αντιστρατεύεται επομένως την υπαρξιακή αγωνία, αντίθετα την ενσωματώνει και την επεξεργάζεται σε ένα νέο πλαίσιο. Την αποστροφή του σε κάθε είδους στράτευση την έδειξε άλλωστε με σαφήνεια ο Αναγνωστάκης με την παρουσία του στο χώρο των γραμμάτων ως κριτικός.

Κριτικές παρεμβάσεις και αντιδογματισμός

Με την εκδοτική δραστηριότητα του Μ. Αναγνωστάκη στο περιοδικό Ξεκίνημα το 1944 ξεκινά, παράλληλα με την ποιητική, και η κριτική του παρουσία. Στο περιοδικό αυτό άλλωστε δίνει βήμα σε νέους ποιητές, όπως η Βακαλό, ο Σινόπουλος, ο Κύρου και ο Θασίτης, ενώ ασκείται στον κριτικό λόγο, καθώς υπογράφει τη στήλη του βιβλίου. Στα πρώτα μετακατοχικά χρόνια δημοσιεύει συνεργασίες σε διάφορα περιοδικά και σε εφημερίδες, υπογράφοντας και με ψευδώνυμα. Αργότερα, στο εμβληματικό περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης, ο Αναγνωστάκης καταγγέλλει τις δογματικές σοσιαλιστικές απόψεις περί τέχνης με μια σειρά παρεμβάσεων, όπως το άρθρο του «Προβλήματα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού», Επιθεώρηση Τέχνης, τ. Ε΄, τχ. 29 (Μάιος 1957), 440-444 (το σχετικό τεκμήριο στα αρχεία ΑΣΚΙ).

Εξώφυλλο της Κριτικής (πηγή: Δήμος Θεσσαλονίκης)

Λίγο αργότερα, ως εκδότης του περιοδικού Κριτική (18 τεύχη, 1959-1961), με υπότιτλο «δίμηνη έκδοση μελέτης και κριτικής», επιχειρεί την ανανέωση του κριτικού λόγου, δίνοντας σημαντικό βήμα σε ποιητές και κριτικούς της Πρώτης Μεταπολεμικής Γενιάς αλλά και νεότερους, χωρίς ιδεολογικά στεγανά· εκτός από τον Αναγνωστάκη, που συνεισέφερε κείμενα που αντιστοιχούν περίπου στο 37% του συνόλου (Μπακογιάννης 2006), συνεργάτες υπήρξαν οι Νόρα Αναγνωστάκη, Ελένη Βακαλό, Πάνος Κ. Θασίτης, Μίκης Θεοδωράκης, Μανόλης Λαμπρίδης, Παν. Μουλλάς, Παύλος Παπασιώπης, Τάκης Σινόπουλος, Βασίλης Φράγκος και Θ. Δ. Φραγκόπουλος, ενώ κείμενα δημοσιεύουν, μεταξύ άλλων, οι Αλέξ. Αργυρίου, ο Γιάννης Δάλλας, ο Δ. Ν. Μαρωνίτης, ο Νίκος Μπακόλας, ο Πάνος Πίστας. Είναι χαρακτηριστικό ότι το περιοδικό θα παίξει καίριο ρόλο στην υποδοχή έργων του ποιητικού μοντερνισμού όπως το Άξιον Εστί του Ελύτη (Μπακογιάννης 2004, 2006).

Η ύλη του περιοδικού ήταν αποκλειστικά δοκιμιακή και κριτική, με πρωτότυπες συνεργασίες αλλά και μεταφράσεις από 15 ξένους συγγραφείς (ανάμεσά τους οι Roland Barthes, Michel Butor, Doris Lessing, Georg Lukács). Σύμφωνα με τις προγραμματικές δηλώσεις του πρώτου τεύχους, η Κριτική «απευθύνεται σε ένα κοινό που έχει υπερβεί πια το στάδιο του ανεύθυνου φιλολογικού κουτσομπολιού και της ασημαντολογίας και που έμαθε να αναζητά, πέρα από τις φλύαρες διακοσμήσεις, κάποιον ουσιαστικό Λόγο». Στο πρώτο ήδη τεύχος ο Αναγνωστάκης θα παρέμβει με άρθρο του στην «Υπόθεση Πάστερνακ», υπερασπιζόμενος την ανεξαρτησία της καλλιτεχνικής δημιουργίας.[3]

Ήταν μια εποχή πολύ δύσκολη για το μέλλον της αριστεράς στην Ελλάδα, εποχή κρίσιμου προσδιορισμού όχι μόνο μιας πολιτιστικής αλλά και πολιτικής φυσιογνωμίας, ανανεωμένης, συγχρονισμένης, α-δογματικής, που να μπορεί να ανταποκριθεί ζωτικά στα αιτήματα των καιρών, να πάψει να είναι δέσμια σχημάτων και ιερών κανόνων. […] Η Κριτική μπροστά σε ένα ακροατήριο ακόμα δύσπιστο, απαράσκευο ή (δικαιολογημένα) φιλύποπτο, αποσκοπούσε, στο μέτρο που της ήταν δυνατό, με πολύ μικρές δυνάμεις, ν' ανοίξει ένα παράθυρο στον εκσυγχρονισμό της σκέψης και της νοοτροπίας της αριστεράς, να πει μερικά πράγματα με τ' όνομά τους, να προκαλέσει ένα διάλογο, να επανατοποθετήσει προβλήματα που θεωρούνταν λυμένα ενώ ήταν ζητούμενα, να γίνει τέλος ένα βήμα ή το πρώτο σκαλί ενός μελλοντικού βήματος για τους ανθρώπους της γενιάς μας αλλά και για τους νεότερους, που ένιωθαν να ασφυκτιούν μέσα στις συμβατικότητες της πνευματικής μας "ζωής", τις τυποποιήσεις και τις απλουστεύσεις.
«Σε β' πρόσωπο. Μια συνομιλία του Μανόλη Αναγνωστάκη με τον Αντώνη Φωστιέρη και τον Θανάση Νιάρχο», Η Λέξη 11 (Γενάρης 1982), 57.

Στη δεκαετία του '70 υπήρξε μέλος της εκδοτικής ομάδας των Δεκαοκτώ κειμένων (1970), όπου, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, πρωτοδημοσίευσε τη συλλογή Ο Στόχος, των Νέων Κειμένων (1971) και του βραχύβιου περιοδικού Η Συνέχεια (1973). Ως προς το τελευταίο, σύμφωνα με μαρτυρία του Δ. Ν. Μαρωνίτη, «σίγουρα Η Συνέχεια πήρε το όνομά της γιατί συνέχιζε τα Δεκαοχτώ κείμενα. Για όσους όμως ξέρουν, το βαφτιστικό της ήθελε να είναι η λοξή παραπομπή και στον πιο τίμιο ποιητή της ― τον Μ. Α.» (Δ. Ν. Μαρωνίτης, , εφημ. Το Βήμα, 4.10.1992, παρατίθεται στο Δασκαλόπουλος, Δ. - Στασινοπούλου, Μ. 2005, 18.).

Εξώφυλλο του 1ου τεύχους της Συνέχειας

Η σύντομη αυτή καταγραφή της κριτικής του δραστηριοποίησης κατά τη διάρκεια της χούντας προαναγγέλλει και για την έντονη παρουσία του Αναγνωστάκη στη δημόσια σφαίρα στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, μέσω της πλούσιας αρθογραφίας του.[4] Ο ίδιος θα πει:

Το '71 ουσιαστικά σταματάει η ποιητική μου παραγωγή. Δεν γράφω καθόλου ποιήματα. Δεν αισθάνομαι την ανάγκη να γράψω ποιήματα, καθόλου. Συνεχίζω όμως εντατικά την πνευματική μου προσφορά με δοκίμια, με άρθρα, με ορισμένες μελέτες, με πολιτική δράση· αυτό που εγώ θεωρώ δημόσια παρέμβαση (Φάις 2001, 58-59).

Ωστόσο σποραδικά εμφανίζεται και ποιητικά, όπως με το ποίημα που δημοσιεύει στην Αυγή για τα 21 χρόνια του Πολυτεχνείου:

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που γέμιζαν τις ταβέρνες

και τα 'σπαζαν στα μπουζούκια

κάθε βράδυ

και τώρα τα ξανασπάζουν

όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη

και έχουν και «απόψεις».

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν

και τώρα σε λοιδορούν

γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.

Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.

Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.

(H Αυγή, Νοέμβριος 1983)

Μανόλης Αναγνωστάκης: ο πολίτης και ο διανοούμενος. Συζητούν ο Γιώργος Ζεβελάκης, ο Μίλτος Πολυβίου και ο Βαγγέλης Καραμανωλάκης. Πηγή: Ραδιοφωνικό αρχείο Στο Κόκκινο 105,5, Αρχεία ΑΣΚΙ . Επιμέλεια εκπομπής: Ηλίας Νικολακόπουλος. Ψηφιακά αρχεία ΑΣΚΙ.

Μανόλης Αναγνωστάκης: Ο ποιητής και η πολιτεία του. Από τον ιστοτόπο του Ιδρύματος Μποδοσάκη: Αφιέρωμα, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Βασ. Σοφίας και Κόκκαλη), Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου, 7.00 μ.μ. Μιλούν: Ευριπίδης Γαραντούδης, Νάσος Βαγενάς, Γιώργος Ζεβελάκης, Λάκης Παπαστάθης. Συντονίζει η Χριστίνα Ντουνιά.

Η κριτική και πολιτική παρέμβαση του Αναγνωστάκη συνεχίστηκε ωστόσο κατά τη δεκαετία του 1980 και με άλλα μέσα. Το 1980 κάνει την εμφάνισή του το ποιητικό alter ego του Αναγνωστάκη, το έμμετρο σατιρικό προσωπείο του Μανούσου Φάσση, με τη συλλογή του Παιδική Μούσα, με ποιήματα τάχα παιδικά, που κυκλοφορεί χωρίς άλλες πληροφορίες για τον ψευδώνυμο ποιητή της.

Στο ξενοδοχείο Macedonia

πλάγιασα σε μεταξωτά σεντόνια

είχανε και μεταξωτές κουβέρτες

κι είπα: φέρτες.

 

Είπα και στη ρεσεψιονίστα

πως μ' έπιασε μεγάλη νύστα.

Θέλω άνεση σουίτας

είμαι ποιητής της ήττας.

 

Είμαι γενιά του Αργυρίου

(ρίου ρίου κι αντιρίου)

συνάδελφος του Κουλουφάκου

και κάτσε κι άκου…

Μανούσος Φάσσης, Παιδική Μούσα

«Τα σημερινά πολιτικά ποιήματα, που συνήθως είναι δραματικά, νομίζω πως θα έπρεπε να κλίνουν προς τη σάτιρα. Να είναι πολιτικά και σατιρικά ταυτόχρονα. Ένα τέτοιο πράγμα μάς λείπει.
Κάτι τέτοιο κάνω στον Μανούσο Φάσση ― αν το κατάλαβε κανείς»
[Από τη συνέντευξη του Αναγνωστάκη, Φάις 2011, 57].

Σύμφωνα με τον Ε. Γαραντούδη (1998, 630)

«δημοσιοποιώντας τα ποιήματα του Φάσση ο Αναγνωστάκης γνώριζε ότι θα δημιουργήσει μια πολωτική σχέση ανάμεσα στις ισχύουσες απόψεις της κριτικής για το επίσημο έργο του και την αισθητική και ιδεολογία των ποιημάτων του Φάσση […]: ο διδακτικός Αναγνωστάκης και ο ανεπίδεκτος μαθήσεως και ηθικής διαπαιδαγωγήσεως Φάσσης· ο παραινετικός Αναγνωστάκης και ο αντιπαιδαγωγικός Φάσσης· ο υπέρμαχος της ποιητικής ηθικής Αναγνωστάκης και ο αμοραλιστής της ερωτικής ποίησης Φάσσης· ο σαρκαστικός και αυτοσαρκαστικός Αναγνωστάκης και ο αθώος χιουμορίστας Φάσσης· ο Αναγνωστάκης ποιητής της ιστορικής συνείδησης και του συλλογικού βιώματος και ο Φάσσης υποκειμενικός ποιητής της ερωτικής του έξαψης· και, τέλος, ο Αναγνωστάκης ποιητής του ισχύοντος ρηξικέλευθου ελεύθερου στίχου και ο Φάσσης ποιητής της παλινόρθωσης του πάλαι ποτέ έμμετρου στίχου».

Το 1987 ο Αναγνωστάκης εκδίδει το Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης, η ζωή και το έργο του-Δοκιμιακό σχεδίασμα, μια βιογραφία μεταξύ ετερογραφίας και αυτογραφίας, σάτιρας και αυτοπαρωδίας, όπου ενεργοποιεί τις συμβάσεις του κριτικού δοκιμιακού λόγου για να παρουσιάσει την ποιητική πορεία του υποτιθέμενου παιδικού του φίλου και συμμαθητή.

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΤΟΥΛΑΣ

[ΑΓΩΝΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ ΠΠΣΠ]

Για μιαν αρχιτεκτόνισα

ένα τραγούδι ετόνισα

[να μη σʼ το πω να μη σʼ το πει

ανήκει στην Πι Πι Σι Πι].

Γιʼ άλλην εγώ δεν είχα νου.

Ήταν κόρη βιομήχανου

και τα ʼχεν όλα μπόλικα

για προίκα δύο πολυκα-

τοικίες κι αυτοκίνητα.

Κι έβριζε αγρίως την «Ουνίτα»

σαν όργανο προδοτικό

κι αρχιρεβιζιονιστικό.

[Κι αν τόλμαγες την λέξιν ΕΣ

τα νύχια για καυγά έξυνες].

Δεν είχα τίποτα κοινό

με το Βιβλίο το Κόκκινο

μα έλιωνα απʼ τον έρωτα

― τον πόνο του άλλου αχ ποιός ρωτά.

[…]

Μανούσος Φάσσης

 

Η χειρονομία της χαμηλόφωνης ποίησης

Το τελευταίο του εκδοτικό εγχείρημα θα τυπωθεί το 1990· πρόκειται για την προσωπική ποιητική ανθολογία που ετοίμαζε χρόνια, με ποιητές της «χαμηλής φωνής». Έχει προηγηθεί, από το 1987, μια αντίστοιχη κίνηση στην πεζογραφία, η επιμέλεια της εκδοτικής σειράς Η Πεζογραφική μας Παράδοση στις εκδόσεις Νεφέλη με 50 πεζογράφους του 19ου αιώνα, πολλούς λησμονημένους ή άγνωστους. Ο παλαιότερος ανθολογημένος ποιητής της ποιητικής ανθολογίας του 1990 είναι ο Λορέντζος Μαβίλης, ενώ οι νεότεροι γεννήθηκαν τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα. Για αυτό του το εγχείρημα δήλωνε ήδη το 1983:

Αν έχει καμία έννοια η διάκριση ανάμεσα σε ποιητές μείζονες και ελάσσονες, αγάπησα με πάθος μείζονες ποιητές (σαν τον Κάλβο π.χ.) και με το ίδιο πάθος ελάσσονες (αν ο Φρανσίς Ζαμ είναι ελάσσων ποιητής). Διαβάζω πάντα με αγάπη και σεβασμό το Σεφέρη, ενώ περιέργως ο αδερφικός του Έλιοτ κάπου μ' εκνευρίζει. Έχω μεταφράσει Λόρκα ενώ ιδιοσυγκρασιακά μου είναι μάλλον ξένος και κατά την ανεύθυνη εντύπωσή μου ποιητής χλωμός σε σχέση με τη μεγάλη πλειάδα των συμπατριωτών του […]. Η πιο σταθερή μου και αμετακίνητη προσκόλληση είναι στην ιδιοφυία του Απολλιναίρ […]. Καμία εντελώς σχέση δεν έχω με το Σικελιανό και τον κόσμο του, όμως όταν διαβάζω μερικά μικρά λυρικά του, εγώ ο διόλου φυσιολάτρης θαμπώνομαι από ουρανό, από θάλασσα κι από γαλάζιο. Τελικά ενώ ό,τι έχω γράψει χαρακτηρίστηκε σαν ποίηση ιδεών, ποίηση σκεπτόμενη, διανοητική, κουβεντιαστή, άμεση, λιτή, αντιλυρική ― η προτίμησή μου δεν πάει προς τους ποιητές αυτού του κλίματος αλλά περισσότερο προς τους φανταιζίστες, τους «λυρικούς», τους απογειωμένους, αλλά ποτέ τους φλύαρους και τους μεγαλόστομους, των μεγάλων δεδηλωμένων προθέσεων. Δεν αποκλείεται κάποτε να πραγματοποιήσω ένα πάντα αιωρούμενο παλιό μου σχέδιο: την έκδοση δηλ. μιας προσωπικής ανθολογίας της νεοελληνικής ποίησης […].
«Σε β' πρόσωπο. Μια συνομιλία του Μανόλη Αναγνωστάκη με τον Αντώνη Φωστιέρη και τον Θανάση Νιάρχο», Η Λέξη 11 (Γενάρης 1982), 58-59.

Η χειρονομία του Αναγνωστάκη για την ανάδειξη της ελάσσονος ποίησης είναι ίσως ενδεικτική της στάσης της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, στην οποία ανήκει. Μετά τον Καρυωτάκη ―έναν ποιητή τον οποίο ο Αναγνωστάκης ανθολογεί εκτενώς με 15 ποιήματα και ο οποίος, όπως και ο Αναγνωστάκης, επανέρχεται επίμονα μέσα στο έργο του στον προβληματισμό για το ρόλο και τη λειτουργία της ποίησης― και τη δική του «Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων», ο Μιχάλης Κατσαρός θα γράψει τη δική του μπαλάντα, για τους ποιητές της γενιάς του πια· ανάμεσά τους και ο Αναγνωστάκης, και μάλιστα ο Αναγνωστάκης της πρώτης ποιητικής του περιόδου, των Εποχών.

ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΑΝ ΝΕΟΙ

Αφιερώνεται στον νέο ποιητή

Χρίστο Ρουμελιωτάκη

ετών 18, που δημοσίεψε προ μηνός

τα πρώτα του ποιήματα

Οι ποιητές κλειστήκανε στο σπήλαιό τους

δε βγαίνουν

φοβούνται

δεν παραδίδουν τίποτα―

Με ποιον με ποιον να μιλήσω;

Κρατά γερά το μυστικό ο Παπαδίτσας

παίζει

βγαίνει απ' το παράθυρο σαν το πουλί

βρέχεται ξαναμπαίνει―

Με ποιον λοιπόν να μιλήσω;

Ο Σαχτούρης μαζεύει με ένα φακό τις λέξεις του

ταχτοποιεί σε δέντρα τα συμβάντα

χτυπάει μετά τη χορδή του

ξαφνιάζεται σαν το μικρό παιδί―

Με ποιον λοιπόν να μιλήσω;

Χάθηκε ο Αναγνωστάκης στο Βορρά

ούτε ένα θρήνο νέο

λες και να πέθανε τώρα αλήθεια

ούτε ένα Χάρη δεν κλαίει ούτε τον ήλιο.

Με ποιον λοιπόν να μιλήσω;

Σκοτεινός περιφέρεται ο Σινόπουλος

με τους νεκρούς νεκρός δειπνεί

τρέχει μονάχος σε υπόγεια με πυρσούς

φανούς και σπίρτα.

Με ποιον με ποιον να μιλήσω.

Ο Δούκαρης ένας πιστός του εαυτού του

έτοιμος για σφαγή ο Καρούζος

χτυπάει το άδειο γκογκ η Ελένη Βακαλό―

Κανείς δεν αποκρίνεται.

Με ποιον με ποιον θα μιλήσω;

Κανέναν άλλο δε θυμάμαι πια

παρά στ' αυτιά μου ακούω τις φωνές

του Χριστοδούλου

μ' ένα φανάρι τριγυρνά σ' άγνωστους διαδρόμους

κραυγάζοντας σαν το σκυλί το πληγωμένο.

Ιάσονα θρηνείς Δεπούντη ― μόνος;

Νίκο Φωκά ψάχνεις σε «ακροπωλεία» ακόμη;

Γιώργο μου Γαβαλά πού είσαι;

Αχ Σαραντή το έδωσες το αίμα;

Νίκο Βρανά μη με κοιτάς

μ' αυτό το κρύο μάτι

είμαι εδώ κοντά σου ― μόνος.

Με ποιον με ποιον να μιλήσω;

Και σεις ποιητές όλοι εσείς μονάχοι

τί γίνατε; Ποιος άνεμος σας έδιωξε σας πήρε;

Τώρα που σας καλώ όλους εδώ ―

θυμάστε αλήθεια θυμάστε

τα καφενεία τα πεζοδρόμια τα μυδράλια

τα δωμάτια με τα χρυσά πουλιά

θυμάστε

κείνο το βράδυ που μιλούσαμε

θυμάστε;

Ο ποιητής ο Λίκος ήταν άγνωστος

και παραμένει.

Αθηναϊκά Γράμματα, 8 (Φεβρουάριος 1958)

Μαρία Ακριτίδου
© 2013-5 Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας



[1] Πηγές για τα βιογραφικά δεδομένα και την κατάρτιση του χρονολογίου: Δασκαλόπουλος, Δ. - Μ. Στασινοπούλου «Μανόλης Αναγνωστάκης: Σχήμα βίου και έργου», Εντευκτήριο, αρ. 71, Δεκέμβριος 2005 (Αφιέρωμα στον Μ. Α.), Αφιέρωμα Επτά Ημέρες της Καθημερινής, περιοδικό Αντί 527-528 (30 Ιουλίου 1993). Ευχαριστώ ιδιαίτερα τον Μιχάλη Μπακογιάννη για τις πολύτιμες πληροφορίες που μου έδωσε. Το κυρίως κείμενο έχει ολοκληρωθεί και πρέπει να θεωρείται χρονολογημένο το 2013, έκτοτε σποραδικά εμπλουτίζεται με νεότερο πολυμεσικό υλικό.

[2] Πρβλ. Κοκόλης 2001, σ. 89-90, σημ. 2: «Στον ποιητή Αναγνωστάκη ανήκουν, φυσικά, και Το Περιθώριο '68-'69 (ά εκδ. 1979, β' έκδ. 1985) και τα Υ.Γ. (α' ιδιωτική έκδ. 1983, β' 1992· νομίζω ότι ο τίτλος "ΥΓ." είναι στον πληθυντικό αριθμό). Τα κείμενα όμως αυτών των δύο βιβλίων δεν είναι ποιήματα με την κύρια σημασία της λέξης· είναι αυτό που λένε και οι τίτλοι τους: σημειώσεις στο περιθώριο της ποιητικής εκκόλαψης, ίσως και γραφής, του Στόχου· και υστερόγραφα στη συνολική ποιητική πορεία του Αναγνωστάκη. Καλό θα ήταν μάλιστα τα τρία αυτά βιβλία […] μα τυπώνονται πάντοτε χωριστά».

[3] Ενδεικτική είναι και η βιβλιοκριτική του Αναγνωστάκη για τη μελέτη του Τσίρκα, Ο Καβάφης και η εποχή του (Κριτική 11-12, 1959).

[4] Κριτικά σημειώματα του Αναγνωστάκη συγκεντρώνονται σε δύο τόμους, βλ. την ενότητα «Εργογραφία-Βιβλιογραφία» για τα αναλυτικά περιεχόμενά τους.