LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ῥώμη"
- ῥώμη, ἡ (ῥώομαι)· I. σωματική δύναμη, ισχύς, σε Ηρόδ., Τραγ. κ.λπ.· οὐ μιᾷ ῥώμῃ, όχι η δύναμη ενός, όχι με τη δύναμη ενός μόνο, σε Σοφ. II. στρατιωτική δύναμη, δηλ. στράτευμα, σε Ξεν.

