Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "ὑφ-ίστημι"

Βρέθηκε 1 λήμμα
ὑφ-ίστημι, Ιων. ὑπίστημι, μέλ. ὑποστήσω, αόρ. αʹ ὑπέστησα· σ' αυτούς τους χρόνους είναι μτβ.,
Α. I. 1.
τοποθετώ ή στήνω από κάτω, τίτινι, σε Ηρόδ., Πίνδ.· τρεῖς σταυροὺς ὑπίστησι, μπήγει τρεις ξύλινους στύλους στην λίμνη για να υποστηρίξει το σπίτι, την κατοικία, σε Ηρόδ.· μεταφ., γνώμας ὑποστήσας σοφάς, αφού έστησε σοφές γνώμες ως θεμέλιο, σε Σοφ. 2. τοποθετώ κρυφά ή σε ενέδρα, σε Ηρόδ., Ξεν. II. μτβ. επίσης σε μέλ. και Μέσ. αόρ. αʹ, αντικαθιστώ, τί τινι, κάτι με κάτι άλλο, σε Ξεν. Β. Παθ., με Ενεργ. αόρ. βʹ ὑπ-έστην, παρακ. ὑφ-έστηκα, Ιων. μτχ. ὑπ-εστεώς· I. 1. στέκομαι από κάτω ως στήριγμα, με δοτ., σε Ηρόδ. 2. μένω από κάτω, κατασταλάζω, τὸὑφιστάμενον, γάλα, αντίθ. προς τὸ ἐφιστάμενον (κρέμα, καϊμάκι, αφρόγαλα), στον ίδ. II. 1. θέτω τον εαυτό μου κάτω από μία δέσμευση, αναλαμβάνω την ευθύνη ή υπόσχομαι να κάνω κάτι, με απαρ. μέλ., ὅσσ' Ἀχιλῆϊ ὑπέστημεν δώσειν, σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ.· με απαρ. αόρ., οὔ τίς με ὑπέστη σαῶσαι, στο ίδ.· με απαρ. ενεστ., σε Ηρόδ.· απόλ., αφού δόθηκε η υπόσχεση, σε Ομήρ. Οδ.· ὥσπερ ὑπέστη, όπως υποσχέθηκε, σε Θουκ.· όταν ακολουθ. από αιτ. μπορεί να εννοηθεί ένα απαρ., τρίποδας οὕς οἱ ὑπέστη (ενν. δώσειν), σε Ομήρ. Ιλ.· ἐκτελέουσιν ὑπόσχεσιν ἥνπερ ὑπέσταν, στο ίδ. 2. υποτάσσομαι σε κάποιον, τινι, στο ίδ. 3. α) με αιτ. πράγμ., υποτάσσομαι σε κάτι, συναινώ σε κάτι, ὁ τὸ ἐλάχιστον ὑπιστάμενος, αυτός που συναινεί να πάρει το ελάχιστο, σε Ηρόδ.· ὑφίσταμαι τὸν πλοῦν, τον αναλαμβάνω χωρίς τη θέλησή μου, σε Θουκ.· ομοίως, ὑφίσταμαι τὸν κίνδυνον, στον ίδ.· σπανίως με δοτ., ὑφίσταμαι ξυμφοραῖς ταῖς μεγίσταις, στον ίδ. β) αναλαμβάνω ένα αξίωμα, σε Ξεν. III. παραφυλάω κρυμμένος ή σε ενέδρα, σε Ηρόδ., Ευρ. κ.λπ. IV.αντιστέκομαι, προβάλλω αντίσταση σε μία επίθεση, ανθίσταμαι, αντιτίθεμαι, αποκρούω, με δοτ., σε Αισχύλ.· με αιτ., σε Ευρ., Θουκ.· απόλ., διατηρώ τη θέση μου, αντιμετωπίζω τον εχθρό, Λατ. subsistere, σε Ευρ., Θουκ.