LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ὑστερίζω"
- ὑστερίζω (ὕστερος), μέλ. Αττ. -ιῶ, αόρ. αʹ ὑστέρισα· I. έρχομαι μετά από, έρχομαι αργότερα ή πάρα πολύ αργά, σε Θουκ., Ξεν. II. με γεν. πράγμ., μένω πίσω ως προς, φθάνω αργά για τις περιστάσεις, σε Δημ.· μένω πίσω, σε Ξεν. III. μεταφ., υστερώ, μένω πίσω, είμαι κατώτερος κάποιου, με γεν., στον ίδ.· απόλ., ὑστερίζω τὸ εἰδέναι, υστερεί σε γνώση, στον ίδ.

