Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "ὑπ-οπτεύω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
ὑπ-οπτεύω, μέλ. -σω, I. 1. υποψιάζομαι, σε Ξεν.· επίσης, ὑποπτεύω εἴς τινα, τον υποψιάζομαι, σε Θουκ. 2. υποψιάζομαι, εικάζω, εκτιμώ, υποθέτω, πιθανολογώ, σε Ξεν. II. μτβ., 1. υποπτεύομαι κάποιον, τον παρατηρώ με καχυποψία, σε Σοφ., Θουκ.· ὑποπτεύω τινὰ εἴς τι, για κάτι, σε Ηρόδ. κ.λπ.Παθ., γίνομαι καχύποπτος, υποπτεύομαι, δυσπιστώ, σε Θουκ.· απρόσ., ὡς ὑπωπτεύετο, όπως γενικά ήταν ύποπτο, σε Ξεν. 2. με αιτ. προσ. και απαρ., υποπτεύομαι, υποψιάζομαι ότι, σε Ηρόδ., Θουκ. κ.λπ. 3. με αιτ. πράγμ., κοιτώ, παρατηρώ με καχυποψία κάτι, σε Θουκ.· αλλά επίσης, ὑποπτεύω τι, έχω κάποια υποψία, υποψιάζομαι κάτι, σε Ευρ., Ξεν.