Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "ὑπο-μένω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
ὑπο-μένω, μέλ. -μενῶ, αόρ. αʹ ὑπ-έμεινα, I. μένω πίσω, επιζώ, παραμένω στη ζωή, σε Ομήρ. Οδ., Ηρόδ., Αττ. II. μτβ., 1. με αιτ. προσ., περιμένω κάποιον, περιμένω την επίθεσή του, αναμένω την εισβολή, σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ.· ὑπομένω τὰς Σειρῆνας, αντιμετωπίζω με παρρησία το παρουσιαστικό τους, σε Ξεν. 2. με αιτ. πράγμ., δείχνω υπομονή κάτω από, υπομένω καρτερικά, με υπομονή, υποτάσσομαι, υποκύπτω, παραδίδομαι σε, σε Ηρόδ., Θουκ. κ.λπ.· ὑπομένω τὴν κρίσιν, περιμένω τη δίκη, σε Αισχίν.· περιμένω για κάτι, τὴν ἑορτήν, σε Θουκ. 3. απόλ., μένω στον τόπο μου, μένω σταθερός, αμετακίνητος, σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ. κ.λπ.· ὑπομένων καρτερεῖν, βαστώ υπομονετικά, σε Πλάτ. 4. με απαρ., δέχομαι ή τολμώ να κάνω κάτι, περιμένω να κάνω κάτι, επιμένω να κάνω κάτι, όπως το Λατ. sustinere, σε Ομήρ. Οδ., Ξεν. 5. ομοίως με μτχ. που αναφέρεται στο υποκείμενο (συνημμένη), εἰ ὑπομενέουσι χεῖρας ἀνταειρόμενοι, εάν θα τολμήσουν να σηκώσουν τα χέρια τους εναντίον μου, σε Ηρόδ.· ὑπομένει ὠφελούμένος, συναινεί, συμφωνεί στο να βοηθηθεί, σε Πλάτ.· με μτχ. που αναφέρεται στο αντικείμενο (συνημμένη), ὑπομένω Ξέρξην ἐπιόντα, περιμένοντας την επίθεσή του, σε Ηρόδ. κ.λπ.