Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "ὁμονοέω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
ὁμονοέω, μέλ. -ήσω (ὁμόνοος),· 1. έχω την ίδια γνώμη, συμφωνώ από κοινού, εναρμονίζομαι, σε Θουκ.· ὁμονοοῦσα ὀλιγαρχία, ενωμένη ολιγαρχία, σε Αριστ. 2. με δοτ., ζω σε ομόνοια με άλλους, σε Πλάτ.