Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "ὁμολογέω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
ὁμολογέω, μέλ. -ήσω, αόρ. αʹ ὡμολόγησα, παρακ. ὡμολόγηκαΜέσ. και Παθ., μέλ. ὁμολογήσομαι και ὁμολογηθήσομαι, αόρ. αʹ ὡμολογησάμην και ὡμολογήθην, παρακ. ὡμολόγημαι (ὁμόλογος
Α.
μιλώ ή λέω μαζί, απ' όπου, I. μιλώ την ίδια γλώσσα, τινί, με κάποιον, σε Ηρόδ.· γενικά, οὐδὲν ὁμ. τινί, είμαι εντελώς άσχετος, δεν έχω καμία σχέση με, στον ίδ. II. 1. λέω τα ίδια, μιλώ την ίδια γλώσσα με, δηλ. συμφωνώ με, τινί, στον ίδ., Θουκ. 2. συμφωνώ σε κάτι, επιτρέπω, παραδέχομαι, ομολογώ, θεωρώ ως δεδομένο, με αιτ. πράγμ., σε Ηρόδ., Σοφ. κ.λπ.· ὁμ. τὴν εἰρήνην, συμφωνώ με τους όρους της ειρήνης, σε Δημ.· χωρίς αιτ. πράγμ., ὁμολογῶ σοι, παραδέχομαι, αναγνωρίζω, σε Αριστοφ., Ξεν.· με απαρ., επιτρέπω, ομολογώ, παραδέχομαι ότι..., σε Αριστοφ., Πλάτ. 3. α) συμφωνώ ή υπόσχομαι να κάνω, με απαρ. μέλ., σε Πλάτ. β) το απαρ. συχνά παραλείπεται, ὁμολογήσαντες (ενν. ἀπαλλάξεσθαι), σε Ηρόδ.· απ' όπου απλώς, κάνω μια συμφωνία, έρχομαι σε συμφωνία, σε συνεννόηση, τινι, με κάποιον, στον ίδ. Β. Μέσ., ακριβώς όπως το Ενεργ., σε Πλάτ., Ξεν. Γ. 1. Παθ., είμαι αντικείμενο συμφωνίας, εγκρίνομαι με κοινή συναίνεση, σε Ξεν.· με απαρ., είμαι συμφωνημένος ή συνομολογημένος, σε Πλάτ., Ξεν. 2. απόλ., ὁμολογεῖται, θεωρείται δεδομένο, αληθές, σε Πλάτ.· τὰ ὁμολογούμενα, τὰ ὡμολογημένα, πράγματα δεδομένα, συμφωνημένα, Λατ. concessa, στον ίδ.