LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ὀκνέω"
- ὀκνέω, Επικ. ὀκνείω, παρατ. ὤκνεον, μέλ. -ήσω, αόρ. αʹ ὤκνησα (ὄκνος)· I. αποφεύγω να κάνω κάτι, έχω ενδοιασμούς, διστάζω να κάνω κάτι, με απαρ., σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ.· ὀκνῶ προδότης καλεῖσθαι, ντρέπομαι να με πουν προδότη, σε Σοφ.· ὀκνῶ ὀνομάσαι, αποφεύγω να δώσω κάποιο όνομα, διστάζω να κατονομάσω, σε Δημ.· σπανίως με αιτ., ὃν ὀκνεῖτε, σε Σοφ.· ὀκνεῖν περί τινος, σε Ξεν. II. δεν αποφασίζω, διστάζω, λουφάζω, σε Ηρόδ., Σοφ. κ.λπ.

