LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ἥκω"
-
ἥκω, παρατ. ἧκον, μέλ. ἥξω, Δωρ. ἡξῶ, I. 1. έχω έρθει, είμαι παρών, βρίσκομαι εδώ, Λατ. adesse, κυρίως με σημασία παρακ., με τον παρατ. ἧκον με σημασία υπερσ., είχα έρθει, και με το μέλ. ἥξωμε σημασία συντελεσμ. μέλ., θα έχω έρθει· αντώνυμο το οἴχομαι, έχω φύγει, ενώ το ἔρχομαι, έρχομαι ή φεύγω, χρησιμεύει ως ενεστ. και για τα δύο, σε Όμηρ. κ.λπ.· επιστρέφω, σε Ξεν. 2. έχω καταλήξει, έχω φτάσει σ' ένα σημείο· ἐς τοσήνδ' ὕβριν, σε Σοφ.· ἐς τοσοῦτον ἀμαθίας, σε Πλάτ. 3. δι' ὀργῆς ἥκειν, είμαι οργισμένος, σε Σοφ.· πρβλ. διά
Α. IV. 4. όπως το ἔχω Β. II, εὖ ἥκειν τινός, έχω την επάρκεια κάποιου πράγματος, έχω περίσσεια αυτού, όπως· εὖ ἥκειν τοῦ βίου, σε Ηρόδ.· καλῶς αὐτοῖς ἧκον βίου, καθώς έφτασαν σε προχωρημένη (και καλή για θάνατο) ηλικία, σε Ευρ.· ὧδε γένους ἥκειν τινί, βρίσκομαι σε τέτοιο βαθμό συγγενείας με κάποιον, στον ίδ.· επίσης, εὖ ἥκειν, απόλ., είμαι καλά, ακμάζω, σε Ηρόδ.· σὺ δὲ δυνάμιος ἥκεις μεγάλως, εσύ βρίσκεσαι σε μεγάλη δύναμη, είσαι ακμαίος, στον ίδ. II. 1. λέγεται για πράγματα (π.χ., για φαγητά), έχω μεταφερθεί, έχω κουβαληθεί, στον ίδ. κ.λπ.· ἵν' ἥκει τὰ μαντεύματα, σε ποιο σημείο έχουν φτάσει, σε Σοφ. 2. αναφέρομαι, ανήκω, συσχετίζομαι· εἰς ἔμ' ἥκει τὰ πράγματα, σε Αριστοφ. 3. εξαρτώμαι από κάτι, ἐπί τι, σε Δημ.

