Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "ἤπειρος"

Βρέθηκε 1 λήμμα
ἤπειρος, Δωρ. ἄπ-[ᾱ], , Λατ. terra-firma, I. η στεριά, αντίθ. προς τη θάλασσα, σε Όμηρ., Ησίοδ. κ.λπ.· κατ' ἤπειρον, μέσω στεριάς, σε Ηρόδ.· μήτ' ἐν θαλάττῃ μήτ' ἐν ἠπείρῳ, σε Αριστοφ.· απ' όπου στην Ομήρ. Οδ. ένα νησί αποκαλείται ἤπειρος. II. ο ηπειρωτικός κορμός της Δυτικής Ελλάδας, αντίθ. προς την Ιθάκη και τα γειτονικά νησιά (έπειτα ονομάστηκε Ἤπειρος, σαν κύριο όνομα), σε Ομήρ. Οδ.· έπειτα, γενικά, ξηρά, σε αντίθεση προς τα νησιά, σε Ηρόδ., Αττ. III. κατόπιν, η μεγάλη, εκτεταμένη ξηρά· η Ασία ειδικά αποκαλούνταν Ήπειρος, σε Ηρόδ. κ.λπ.· επίσης, η Ευρώπη, σε Αισχύλ.· απ' όπου ο Σοφ. μιλάει για δισσὰς ἠπείρους, δηλ. για την Ευρώπη και την Ασία (αμφίβ. προέλ.).