Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "ἡλῐκία"

Βρέθηκε 1 λήμμα
ἡλῐκία, Ιων. -ίη, Δωρ. ἁλικία, (ἧλιξ), I. 1. ο χρόνος της ζωής, η ηλικία, Λατ. aetas, σε Ομήρ. Ιλ.· η αιτ. χρησιμ. απόλ., σε ηλικία, κατά την ηλικία, νέοςἡλικίην, σε Ηρόδ.· ομοίως στη δοτ., ἡλικίᾳ ἔτι τότε ὢν νέος, σε Θουκ.· πόρρω τῆς ἡλικίας ὢν, προχωρημένος σε ηλικία, σε Πλάτ. 2. συνήθως, όπως το ἥβη, το άνθος ή η ακμή της ηλικίας, από τα 17 έως τα 45 έτη, η ανδρική ηλικία· ἐν ἁλικίᾳ πρώτᾳ, σε Πίνδ.· ἐν ἁλικίᾳ εἶναι, βρίσκομαι σε ηλικία, σε Πλάτ. κ.λπ.· ομοίως, ἡλικίαν ἔχειν, εἰς ἡλικίαν ἐλθεῖν, στον ίδ.· ἡλικίαν ἔχειν, με απαρέμφ., είμαι στην κατάλληλη ηλικία για να κάνω κάτι, σε Ηρόδ.· οἱ ἐν ἡλικίᾳ, άνδρες σε στρατεύσιμη ηλικία, σε Θουκ. 3. η νεανική ορμή, το νεανικό πάθος· ἡλικίῃ καὶ θυμῷ ἐπιτρέπειν, σε Ηρόδ. II. ως ταυτόσημο του περιληπτικού ουσιαστικού οἱ ἥλικες, αυτοί που βρίσκονται στην ίδια ηλικία, ομήλικοι, συνομήλικοι, σε Ομήρ. Ιλ., Θουκ. III. 1. χρόνος, εποχή· ταῦτα ἡλικίην ἂν εἴη κατὰ Λάϊον, κατά τους χρόνους του Λαΐου, σε Ηρόδ. 2. γενιά, χρονική περίοδος, Λατ. saeculum, σε Δημ. κ.λπ. IV.λέγεται για το σώμα, ανάστημα, μέγεθος, ως ένδειξη ηλικίας, σε Ηρόδ., Πλάτ.