Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "ἡδονή"

Βρέθηκε 1 λήμμα
ἡδονή (ἥδομαι), Δωρ. ἁδονά ή ἡδονά, , 1. χαρά, ευτυχία, ευχαρίστηση, ικανοποίηση, Λατ. voluptas, σε Ηρόδ. κ.λπ.· ἡδονῇ ἡσσᾶσθαι, χαρίζεσθαι, ενδίδω, αφήνομαι στην ηδονή, σε Θουκ., Πλάτ. κ.λπ.· συχνά με πρόσωπα με επιρρ. σημασία· πρὸς ή καθ' ἡδονὴν λέγειν, μιλώ έτσι ώστε να ικανοποιώ τον άλλο, σε Ηρόδ., Αττ.· καθ' ἡδονὴν κλύειν, ἀκούειν, σε Σοφ., Δημ.· καθ' ἡδονήν ή πρὸς ἡδονήν ἐστί μοι, σε Αισχύλ.· ὃ μέν ἐστι πρὸς ἡδονὴν, αυτό που είναι ευχάριστο, σε Δημ.· ἐν ἡδονῇ ἐστί τινι, κάτι προξενεί ευχαρίστηση ή ικανοποίηση σε κάποιον, σε Ηρόδ. κ.λπ. 2. το πράγμα εκείνο που προξενεί τέρψη, απόλαυση, σε Σοφ., Αριστοφ. 3. στον πληθ., απολαύσεις, ηδονικοί πόθοι, ηδονικές επιθυμίες, σε Ξεν., Κ.Δ.