Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "ἔνδον"

Βρέθηκε 1 λήμμα
ἔνδον, 1. επίρρ. (ἐν), εντός, μέσα, κατ' οίκον, εσωτερικά, στο σπίτι, στην πατρίδα, Λατ. intus, σε Όμηρ. κ.λπ.· τἄνδον ως επίρρ., ενδόμυχα, εσώψυχα, σε Ευρ.· οἱ ἔνδον, εκείνοι που βρίσκονται μέσα στην οικία, η οικογένεια, οι οικιακοί βοηθοί, σε Σοφ.· τὰ ἔνδον, οικογενειακές υποθέσεις, εσωτερικές υποθέσεις του σπιτιού, στον ίδ. 2. με γεν., Διὸς ἔνδον, στον οίκο του Δία, σε Ομήρ. Ιλ.· σκηνῆς ἔνδον, σε Σοφ.· φρενῶν ἔνδον, μέσα στο μυαλό κάποιου, σε Ευρ.