LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ἔθω"
- ἔθω, συνηθίζω, είμαι συνηθισμένος· ο ενεστ. μόνο στη μτχ., κακὰ πόλλ' ἔρδεσκεν ἔθων, πολλά κακά μηχανευόταν από συνήθεια αυτός, δηλ. ήταν συνηθισμένος σ' αυτό, σε Ομήρ. Ιλ.· διαφορετικά, παρακ. εἴωθα, Ιων. ἔωθα χρησιμ. ως ενεστ., και υπερσ. εἰώθειν, Ιων. ἐώθεα ως παρατ.· συνηθίζω, εξοικειώνομαι, αποκτώ τη συνήθεια, με απαρ., σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ. κ.λπ.· ως απόλυτη μτχ., συνηθισμένος, συνήθης, σε Ομήρ. Ιλ., Σοφ. κ.λπ.· ως ουδ., κατὰ τὸ εἰωθός, σύμφωνα με τη συνήθεια, παρὰ τὸ εἰωθός, αντίθετα προς τη συνήθεια, σε Θουκ.· επίρρ., εἰωθότως, συνηθισμένα, σε Σοφ.

