LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ἑτοιμάζω"
- ἑτοιμάζω, μέλ. -άσω κ.λπ. — Μέσ., Επικ. αόρ. αʹ ἑτοιμασσάμην — Παθ., παρακ. ἡτοίμασμαι (ἑτοῖμος)· I. ετοιμάζω, προετοιμάζω, παρασκευάζω, προμηθεύω, σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ., Αττ.· με απαρ., κάπρον ἑτοιμασάτω ταμέειν, σε Ομήρ. Ιλ. II. 1. Μέσ., προπαρασκευάζομαι, στο ίδ. 2. Παθ. παρακ. ἡτοίμασμαι, γίνομαι έτοιμος, τἄλλα ἡτοιμάζετο, έκανε τις υπόλοιπες ετοιμασίες του, σε Θουκ.· ἡτοιμασμένοι, σε Ξεν. 3. προετοιμάζομαι να, ετοιμάζομαι να, με απαρ., στον ίδ.

