Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "ἐφ-οράω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
ἐφ-οράω, Ιων. γʹ ενικ. ἐπορᾷ· γʹ πληθ. ἐπορέωσι, απαρ. ἐπορᾶν· παρατ. ἐφεώρων, Ιων. γʹ ενικ. ἐπώρα· μέλ. ἐπόψομαι, Επικ. επίσης ἐπιόψομαι· αόρ. ἐπεῖδον· I. 1. επιτηρώ, παρατηρώ, βλέπω, επιθεωρώ, λέγεται για τον ήλιο, σε Όμηρ.· έπειτα, λέγεται για τους θεούς, επιτηρώ, παρατηρώ, προνοώ, σε Ομήρ. Οδ., Ηρόδ. κ.λπ.· λέγεται για στρατηγό που περιέρχεται τις τάξεις του στρατεύματος και τις επιτηρεί, σε Θουκ.· επισκέπτομαι αρρώστους, σε Ξεν. 2. απλώς, βλέπω, θεωρώ, παρατηρώ, σε Ομήρ. Οδ. κ.λπ.Παθ., ὅσον ἐφεωρᾶτο τῆς νήσου, όσο απ' αυτό φαινόταν, σε Θουκ. II. ξεχωρίζω, διαλέγω, ἐπιόψομαι ἥτις ἀρίστη, σε Ομήρ. Οδ. κ.λπ.