LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ἐρίζω"
- ἐρίζω, Επικ. απαρ. ἐριζέμεναι, -εμεν, Δωρ. ἔρισδεν· παρατ. ἤριζον, Επικ. ἔριζον, Ιων. ἐρίζεσκον, μέλ. ἐρίσω· Επικ. αόρ. αʹ ἤρῐσα, Επικ. ευκτ. ἐρίσσειε· παρακ. ἤρῐκα, σε Πολύβ. — Μέσ., Επικ. υποτ. αορ. αʹ ἐρίσσεται (αντί ἐρίσηται)· παρακ. ἐρήρισμαι, (ἔρις)· I. 1. αντιμάχομαι, αντιπαλεύω, τσακώνομαι, τινί, με κάποιον, σε Όμηρ., Αττ.· πρός τινα, σε Ηρόδ., Πλάτ. 2. τινί, σε Όμηρ.· με αιτ. πράγμ., συναγωνίζομαι με κάποιον σε κάτι, στον ίδ.· επίσης, με δοτ. πράγμ., σε Ομήρ. Οδ., Αττ. 3. απόλ., συμμετέχω σε διαγωνισμό, διατηρώ το συναγωνισμό, σε Ομήρ. Ιλ. II. ο Όμηρος μερικές φορές χρησιμοποιεί τη Μέσ. όπως την Ενεργ.

