Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "ἐπ-εξέρχομαι"

Βρέθηκε 1 λήμμα
ἐπ-εξέρχομαι (βλ. ἐπέξειμι),· I. 1. εξέρχομαι εναντίον, εξορμώ εναντίον, τινι, σε Ηρόδ., Θουκ. κ.λπ.· λέγεται για αγγελία, είδηση, ἐπ. τινι, φθάνω σε κάποιον, σε Ηρόδ. 2. προχωρώ, βαίνω εναντίον, διώκω ποινικώς, μηνύω, καταγγέλλω, τινι, σε Θουκ. κ.λπ.· με αιτ. προσ. τιμωρώ, σε Ευρ. 3. προχωρώ, προβαίνω στο έσχατο σημείο ώστε να, σε Σοφ., Ευρ. II. 1. με αιτ. τόπου, διασχίζω ή διέρχομαι, διατρέχω, σε Ηρόδ. 2. φέρνω εις πέρας, πετυχαίνω, εκτελώ, σε Θουκ.· πᾶν ἐπεξ., δοκιμάζω κάθε μέσο. 3. συζητώ, διηγούμαι ή εξετάζω με ακρίβεια ή πλήρως, σε Αισχύλ., Θουκ.· ἀκριβείᾳ περί ἑκάστου ἐπ., στον ίδ.