LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ἐπ-αρκέω"
- ἐπ-αρκέω, μέλ. -έσω, I. 1. αποκρούω κάτι από κάποιον, τι, τινι, σε Ομήρ. Ιλ. 2. με αιτ. πράγμ. μόνο, αποκρούω, αποτρέπω, εμποδίζω, σε Ομήρ. Οδ.· ἐπ. μὴ πεσεῖν, prohibere quominus, σε Αισχύλ. 3. με δοτ. προσ. μόνο, βοηθώ, υποστηρίζω, ενισχύω, συνδράμω, σε Ηρόδ., Αριστοφ.· σπανίως με αιτ. προσ., όπως το ὠφελεῖν, σε Ευρ.· απόλ. τίς ἄρ' ἐπαρκέσει; ποιος θα βοηθήσει, ποιος θα με συνδράμει; σε Αισχύλ. II. εφοδιάζω, παρέχω, τι, στον ίδ.· ἐπ. τινί τινος, παρέχω, χορηγώ σε αυτόν ένα μερίδιο από κάτι, σε Ξεν.· με δοτ. πράγμ., εφοδιάζω με κάτι, σε Ευρ. III. απόλ., επαρκώ, είμαι αρκετός, επικρατώ, υπερισχύω, σε Σοφ.

