LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ἐπ-αίρω"
- ἐπ-αίρω, Ιων. και ποιητ. ἐπαείρω· μέλ. -ᾰρῶ, αόρ. αʹ -ῆρα, σε Ηρόδ. — Παθ., αόρ. αʹ ἐπήρθην· I. 1. σηκώνω κάτι και το τοποθετώ πάνω σε άμαξα ή βάση, με γεν., σε Ομήρ. Ιλ. 2. σηκώνω, υψώνω, στον ίδ., Σοφ. κ.λπ. — Μέσ., ὅπλα ἐπαίρεσθαι, σε Ευρ. 3. εξυψώνω, μεγαλύνω, σε Ξεν. 4. αμτβ., σηκώνω το πόδι μου ή εγείρομαι, σηκώνομαι, σε Ηρόδ. II. 1. παρακινώ, διεγείρω, στο ίδ., Σοφ. κ.λπ.· υποκινώ ή πείθω κάποιον να κάνει κάτι, με απαρ., σε Ηρόδ., Αριστοφ. — Παθ., καθοδηγούμαι, διεγείρομαι, σε Ηρόδ. κ.λπ. 2. Παθ. επίσης, υπερηφανεύομαι για κάτι, στον ίδ., σε Θουκ. κ.λπ.· απόλ., είμαι φαντασμένος ή ψηλομύτης, σε Αριστοφ.

