LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ἐπωνῠμία"
- ἐπωνῠμία, Ιων. -ίη, ἡ (ἐπώνυμος),· 1. επώνυμο, όνομα που δίνεται από κάποιον ως όνομα ή παρωνύμιο, Λατ. cognomem, όπως Πολυνείκης, (από πολύς και νεῖκος), σε Αισχύλ.· ἐπ. ποιεῖσθαι, θέσθαι, επονομάζομαι, σε Ηρόδ.· καλεῖσθαι ἐπωνυμίην ἐπί τινος, καλούμαι, αποκαλούμαι, ονομάζομαι από κάποιον, στον ίδ.· ἔχειν ἐπ. ἀπό τινος, στον ίδ., σε Θουκ.· ἐπ. σχεῖν χώρας, έδωσε το όνομά του στη χώρα, στον ίδ.· με απαρ., ἐπ. ἔχει εἶναί τι, έχει το όνομα ότι είναι, λέγεται ότι είναι, αυτό που μπορεί κάποιος να πει ότι είναι..., σε Πλάτ. 2. γενικά, όνομα, σε Ηρόδ.

