LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ἐπι-σκήπτω"
- ἐπι-σκήπτω, μέλ. -ψω, I. 1. κάνω κάτι να γείρει πάνω σε, κάνω κάτι να πέσει πάνω σε, σε Αισχύλ.· αναθέτω, τί τινι, σε Σοφ. 2. αμτβ., πέφτω σαν κεραυνός, σαν αστραπή· μεταφ., δεῦρ' ἐπέσκηψεν, κατάντησε σε αυτό το σημείο, σε Αισχύλ. II. επιβάλλω σε κάποιον να κάνει κάτι, παραγγέλλω, διατάσσω, προστάζω, δίνω αυστηρή εντολή σε, με δοτ. προσ. και απαρ., στον ίδ., σε Σοφ.· με αιτ. και απαρ., σε Ηρόδ., Ευρ. III. ως Αττ. δικανικός όρος, γενικά στη Μέσ., καταγγέλλω κάποιον, έτσι ώστε να ασκηθεί εναντίον του δίωξη για ψευδομαρτυρία, σε Πλούτ. κ.λπ. — Παθ., καταγγέλλομαι ως ένοχος εγκλήματος, με γεν., σε Σοφ.

