LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ἐπι-νοέω"
- ἐπι-νοέω, μέλ. -ήσω, I. 1. σκέπτομαι πάνω σε ή για κάτι, εφευρίσκω, σκαρώνω, σε Ηρόδ., Αττ.· με απαρ., σε Αριστοφ.· απόλ., κάνω σχέδια, σχεδιάζω, επινοώ, σε Θουκ. 2. έχω στο μυαλό μου, έχω κατά νου, σκοπεύω, προτίθεμαι, στον ίδ. κ.λπ.· με απαρ., σε Ηρόδ., Ξεν. II. Απαρ. παθ. αόρ. αʹ ἐπινοηθῆναι, χρησιμ. ως Ενεργ., σε Ηρόδ.

