LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ἐπι-κηρῡκεύομαι"
- ἐπι-κηρῡκεύομαι (κηρυκεύω),· 1. αποθ., αγγέλλω με κήρυκα, τινι ή πρός τινα, σε Ηρόδ.· ὥς τινα, σε Θουκ.· με δοτ. και απαρ., στέλνω μήνυμα καλώντας, αξιώνοντας από, κάποιους να κάνουν κάτι, στον ίδ.· ἐπικηρυκευομένων, μηνυμάτων που έχουν αποσταλεί, στον ίδ. 2. στέλνω πρέσβεις προς σύναψη ειρήνης, καταθέτω προτάσεις για σύναψη ειρήνης, σε Ηρόδ., Θουκ. 3. λέγεται για ιδιωτικές υποθέσεις, διαπραγματεύομαι, τινι με κάποιον, σε Δημ.

