Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "ἐπιδημέω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
ἐπιδημέω, μέλ. -ήσω (ἐπίδημος), I. είμαι στην πατρίδα μου, ζω στην πατρίδα μου, αντίθ. προς το ἀποδημέω, σε Θουκ., Ξεν. II. επιστρέφω στην πατρίδα από ξένα μέρη, στον ίδ., Αισχίν. III. λέγεται για ξένους, διαμένω σε ένα μέρος, ἐν τόπῳ, σε Ξεν.· ἐπ. τοῖς μυστηριοις, παρευρίσκομαι σε αυτά, τα παρακολουθώ, σε Δημ.· απόλ., βρίσκομαι στην πόλη, σε Πλάτ.