LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ἐν-τειχίζω"
- ἐν-τειχίζω, μέλ. Αττ. -ιῶ, I. κτίζω ή οχυρώνω, τειχίζω ένα μέρος, σε Ξεν. II. στη Μέσ., περιτειχίζω, δηλ. αποκλείω, φράζω, μπλοκάρω, περιχαρακώνω, σε Θουκ.

