LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ἐν-οικέω"
- ἐν-οικέω, μέλ. -ήσω· I. ζω, διαμένω σε έναν τόπο, με δοτ., σε Ευρ.· ἐν τόπῳ, σε Ξεν.· (Θυρέαν) ἔδοσαν ἐνοικεῖν, την έδωσαν, την παραχώρησαν σε αυτούς για να την κατοικήσουν, σε Θουκ. II. με αιτ. τόπου, κατοικώ, σε Ηρόδ., Σοφ. κ.λπ.· οἱ ἐνοικοῦντες, οι κάτοικοι, σε Ηρόδ., Θουκ. κ.λπ.

