LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ἐνταῦθα"
- ἐνταῦθα, Ιων. ἐνθαῦτα, επίρρ. (ἔνθα)· I. 1. λέγεται για τόπο, εδώ, εκεί, Λατ. hic, illic, σε Ηρόδ. κ.λπ.· ἐνταῦθά που, εδώ κάπου, σε Αριστοφ. 2. όπως το ἐνταυθοῖ, με σημασία της κίνησης προς τόπο, εκεί, προς τα εκεί, Λατ. huc, illuc, σε Ομήρ. Ιλ., Αττ. 3. με γεν., ἐντ. τῆς ἠπείρου, σε Θουκ.· ἔντ. τῆς πολιτείας, σε αυτό το κομμάτι της διακυβέρνησης, σε Δημ. II. 1. λέγεται για χρόνο, εκείνη τη στιγμή ακριβώς, τότε, σε Αισχύλ. κ.λπ. 2. με γεν., ἐντ. ἡλικίας, Λατ. ad hoc aetatis, σε Πλάτ. III. λέγεται για ακολουθία, Λατ. deinde, αμέσως μετά, έπειτα, συνεπεία αυτού, σε Ηρόδ. IV. γενικά, εδώ μέσα, σε αυτό το σημείο, σε Σοφ., Πλάτ. κ.λπ.· στην παρούσα κατάσταση των πραγμάτων, σε αυτή τη θέση, σε Δημ.

