LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ἐμ-ποδών"
- ἐμ-ποδών, επίρρ., = ἐν ποσὶν ὤν, σχημ. κατά αναλογία προς το ἐκποδών· 1. αυτός που βρίσκεται μπροστά στα πόδια κάποιου, που είναι στο δρόμο του ή μέσα στα πόδια του, σε Ηρόδ. κ.λπ. 2. αυτός που παρεμβάλλεται στο δρόμο κάποιου, δηλ. δημιουργεί εμπόδιο, κώλυμα, ἐμπ.εἶναι, βρίσκομαι στη μέση, σε Αισχύλ.· ἐμπ. εἶναι τῷ ποιεῖν, σε Ξεν.· ἐμπ. εἶναι ή γίγνεσθαί τινι μὴ πράττειν, εμποδίζω την ενέργεια κάποιου, σε Θουκ. κ.λπ.· τὸἐμπ., εμπόδιο, κώλυμα, παρακώλυση, πρόσκομμα, σε Ηρόδ.

