Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "ἐμ-πίπρημι"

Βρέθηκε 1 λήμμα
ἐμ-πίπρημι, όχι ἐμπίμπρημι, επίσης (όπως αν προερχόταν από το ἐμπιπράω), απαρ. ἐμπιπρᾶν· παρατ. ἐνεπίμπρων, γʹ πληθ. -πίμπρασαν· μέλ. ἐμπρήσω, αόρ. αʹ ἐνέπρησαΠαθ., μέλ. ἐμπεπρήσομαι ή (σε Μέσ. τύπο) ἐμπρήσομαι, αόρ. αʹ ἐνεπρήσθην, παρακ. ἐμπέπρησμαι (ἐν)· ανάβω, καίω, πυρπολώ, σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ., Σοφ.· επίσης με γεν., πυρὸς νῆας ἐνιπρῆσαι, τα έκαψαν, τα πυρπόλησαν με τη δύναμη της φωτιάς, σε Ομήρ. Ιλ.Παθ., καίγομαι, φλέγομαι, σε Ηρόδ.