LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ἐμ-μένω"
- ἐμ-μένω, μέλ. -μενῶ (ἐν)· 1. διαμένω σε ένα μέρος, σε Θουκ. 2. παραμένω, είμαι σε ετοιμότητα ή αναμονή, μένω σταθερός, μένω πιστός στο λόγο ή στον όρκο μου κ.λπ., με δοτ., σε Ηρόδ., Αττ.· επίσης, ἐμμ. ἐν σπονδαῖς, σε Θουκ.· απόλ., παραμένω σταθερός, πιστός, σε Ευρ. 3. λέγεται για πράγματα, παραμένω σταθερός, κρατιέμαι δυνατά, συγκρατιέμαι, στερεώνομαι, διατηρούμαι, εξακολουθώ, σε Αισχύλ. κ.λπ.

