Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "ἐκ-φεύγω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
ἐκ-φεύγω, μέλ. -ξομαι και -ξοῦμαι· 1. φεύγω έξω ή μακριά, διαφεύγω, αποδρώ, σε Ομήρ. Οδ., Αισχύλ. κ.λπ.· αθωώνομαι, σε Αριστοφ. 2. με γεν., διαφεύγω, διαπετεύω, ξεφεύγω, ξεφεύγω, σε Όμηρ. 3. α) με αιτ., διαφεύγω, αποδρώ, ξεγλιστρώ, δραπετεύω, σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ. κ.λπ. β) λέγεται για πράγματα, ἐκφεύγει μέ τι, μου διαφεύγει κάτι, σε Σοφ., Ευρ.