LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ἐκ-φαίνω"
- ἐκ-φαίνω, μέλ. -φᾰνῶ, Ιων. -φανέω, αόρ. αʹ ἐξέφηνα· 1. αποκαλύπτω, φέρνω στο φως, φανερώνω, αφήνω κάτι να φανεί, δηλώνω, σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ. κ.λπ. — Παθ., αποκαλύπτομαι, εμφανίζομαι, έρχομαι σε κοινή θέα ή στην επιφάνεια, σε Ομήρ. Ιλ. 2. εκδηλώνω, εμφανίζω, κακότητα, σε Ηρόδ. 3. ἐκφ. πόλεμον, κηρύσσω πόλεμο, σε Ξεν.

