LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ἐκ-λείπω"
- ἐκ-λείπω, μέλ. -ψω, I. 1. αφήνω, παραλείπω, παρασιωπώ, αφήνω κατά μέρος, σε Ηρόδ., Αισχύλ. κ.λπ. — Παθ., ὄνειδος οὐκ ἐκλείπεται, δεν παραλείπει να εμφανιστεί, σε Αισχύλ. 2. εγκαταλείπω, απαρνιέμαι, παραμελώ, παρατώ, σε Ηρόδ., Αισχύλ. κ.λπ. 3. σε ελλειπτικές φράσεις, ἐκλείπειν τὴν πόλιν εἰς τὰ ἄκρα, εγκαταλείπω την πόλη και καταφεύγω στα ορεινά, σε Ηρόδ.· εἴ τις ἐξέλιπε τὸν ἀριθμόν (λέγεται για το περσικό στρατιωτικό σώμα των «αθανάτων»), εάν κάποιος ήθελε να αφήσει τον αριθμό ασυμπλήρωτο, ημιτελή, στον ίδ. II. αμτβ., 1. λέγεται για τον ήλιο ή τη σελήνη, υφίσταμαι έκλειψη ή συσκότιση, σε Θουκ.· ολόκληρο, ὁ ἥλιος ἐκλιπὼν τὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἕδρην, σε Ηρόδ.· πρβλ. ἔκλειψις. 2. πεθαίνω, οἱ ἐκλελοιπότες, οι ἐκλιπόντες, οι πεθαμένοι, σε Πλάτ.· ολόκληρο, ἐκλ. βίον, σε Σοφ. 3. γενικά, αφήνω, εγκαταλείπω, παύω, σταματώ, διακόπτω, τελειώνω, σε Ηρόδ. κ.λπ. 4. αποτυγχάνω, είμαι ανεπαρκής, σε Ευρ.

