Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "ἐκ-δίδωμι"

Βρέθηκε 1 λήμμα
ἐκ-δίδωμι, γʹ ενικ. ἐκδιδοῖ (όπως αν προερχόταν από το -διδόω), μέλ. -δώσω· I. 1. παραδίδω, εκχωρώ, εγκαταλείπω, ιδίως αυτό που έχει αρπαχθεί παράνομα, Λατ. reddere, σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ.· ἐκδ. δοῦλον, παραδίδω δούλο προς εξέταση για να ανακριθεί με βασανισμό, σε Δημ. 2. ἐκδ. θυγατέρα, δίνω την κόρη μου σε γάμο, Λατ. nuptum dare, σε Ηρόδ., Αττ.· ομοίως και στη Μέσ., ἐκδίδοσθαι θυγατέρα, σε Ηρόδ., Ευρ. 3. δίνω αντί χρημάτων, νοικιάζω, σε Ηρόδ.· με απαρ., όπως το Λατ. locare aliquid faciendum, σε Δημ. 4. δανείζω χρήματα με υποθήκη, όπως το φορτίο ενός πλοίου, παρά Δημ. II. αμτβ. (ενν. ἑαυτὸν ή -ούς), λέγεται για ποτάμια, εκβάλλω, χύνομαι, σε Ηρόδ.