LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ἐκ-βάλλω"
- ἐκ-βάλλω, μέλ. -βᾰλῶ, παρακ. -βέβληκα, αόρ. βʹ ἐξέβᾰλον· I. 1. εκτοπίζω ή απομακρύνω από ένα μέρος, με γεν., σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ.· ή απόλ., πετώ έξω, αποκρούω, ρίχνω, πετώ εκτός, σε Ομήρ. Οδ.· επίσης όπως το Λατ. ejicere, ρίχνω στη ξηρά, στο ίδ., σε Ηρόδ.· αλλά, ἐκβ. ἐς τὸ πέλαγος, φέρνουν, παρασύρουν έξω στο πέλαγος, στον ίδ. — Μέσ., εκβάλλω στη ξηρά, στον ίδ. 2. απομακρύνω από ένα μέρος, εξορίζω, στον ίδ. κ.λπ. 3. εγκαταλείπω σ' ένα έρημο νησί, σε Σοφ.· εκθέτω ένα νεκρό, στον ίδ. 4. διαλύω το γάμο με τη σύζυγό μου, την αποπέμπω, σε Δημ. 5. απομακρύνω κάποιον από τη θέση του, εκθρονίζω, διώχνω ένα βασιλιά από το θρόνο, σε Αισχύλ. κ.λπ. II. 1. αφαιρώ από, Λατ. excutere, χειρῶν ἔκβαλλε κύπελλα, σε Ομήρ. Οδ.· απόλ., δοῦρα ἐκβ., κόβω, ρίχνω δέντρα (κυρίως, τα κόβω από το δάσος), στο ίδ. 2. ανοίγω με τη βία, εισέρχομαι βιαίως, πύλας, σε Ευρ. III. αφήνω κάτι να πέσει, χειρὸς ἔκβαλειν ἔγχος, σε Ομήρ. Ιλ.· μεταφ., ἔπος ἐκβ., ξεστόμισα, άφησα να μου ξεφύγει ένας μάταιος λόγος, σε Όμηρ. κ.λπ.· ομοίως, δάκρυα ἔκβ., σε Ομήρ. Οδ.· ἐκβ. ὀδόντας, βγάζω τα δόντια κάποιου, σε Ευρ. IV.πετώ, απορρίπτω, αποκρούω, αποδοκιμάζω, σε Σοφ. κ.λπ.· απορρίπτω έναν υποψήφιο για αξίωμα, σε Δημ.· διώχνω, οδηγώ έναν ηθοποιό εκτός σκηνής, Λατ. explodere, στον ίδ. V. χάνω, κυρίως από δικό μου σφάλμα, υπαιτιότητα, σε Σοφ. κ.λπ. VI. είμαι παραγωγικός, λέγεται για γυναίκες, σε Πλούτ.· ομοίως λέγεται και για σιτάρι, ἐκβ. στάχυν, σε Ευρ. VII. αμτβ. (ενν. ἑαυτόν), εξέρχομαι, απέρχομαι, αναχωρώ, φεύγω, απομακρύνομαι, στον ίδ.· λέγεται για ποταμό, αδειάζω, χύνομαι, μένω κενός, άδειος, εκκενώνομαι, σε Πλάτ.

