Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "ἐγ-χειρίζω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
ἐγ-χειρίζω, μελ. Αττ. -ῐῶ, παρακ. -κεχείρικα· I. τοποθετώ στα χέρια κάποιου, εμπιστεύομαι, τι ή τινά τινι, σε Ηρόδ., Θουκ. κ.λπ.Παθ., ἐγχειρίζεσθαί τι, να εμπιστεύεται κάποιος ένα πράγμα σε κάποιον άλλο, σε Λουκ. II. Μέσ., αναλαμβάνω, αντιμετωπίζω (δυσκολίες), κινδύνους, σε Θουκ.