LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ἄνοιᾰ"
- ἄνοιᾰ, αρχ. Αττ. ἀνοίᾱ, Επικ. ἀνοίη, ἡ (ἄνοος), έλλειψη κατανόησης, αντίληψης, αφροσύνη, σε Ηρόδ. κ.λπ.· ὑπ. ἀνοίας, σε Αισχύλ.· πολλὴ ἄνοιά (ἐστι) πολεμῆσαι, σε Θουκ.

