Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "ἁγών[ᾱ]"

Βρέθηκαν 2 λήμματα [1 - 2]
ἁγών[ᾱ], κράση του ὁ ἀγών.
ἀγών[ᾰ], -ῶνος, (ἄγομαι), I. 1. αριθμός συγκεντρωμένων ανθρώπων, συνάθροιση, συνέλευση, όπως το ἀγορά· ἵζανεν εὐρὺν ἀγῶνα, λῦτο δ' ἀγών, ἐν ἀγῶνι νεῶν, σε Όμηρ.· ειδικότερα, συνάθροιση για παρακολούθηση αθλημάτων ή αγώνων, στον ίδ. κ.λπ. 2. τόπος όπου διεξάγεται αγώνας, παλαίστρα, κονίστρα, στίβος, στον ίδ. κ.λπ.· βήτηνἐς μέσον ἀγῶνα, σε Ομήρ. Ιλ. II. 1. συνάθροιση των Ελλήνων στους μεγάλους τους εθνικούς αγώνες· ὁ ἐν Ὀλυμπίῃ ἀγών, σε Ηρόδ.· ὁ Ὀλυμπικὸς ἀγών, σε Αριστοφ. 2. άμιλλα για έπαθλο - βραβείο σε αγώνες· ἀγὼν ἱππικός, γυμνικός, σε Ηρόδ. κ.λπ.· ἀγὼν τῶν ἀνδρῶν, αγώνας στον οποίο ο χορός αποτελούνταν από άνδρες, αντίθ. προς τὸν ἀγῶνα τῶν παίδων, σε Δημ. κ.λπ.· απ' όπου· ἀγῶνα ἄγειν, καθιστάναι, τιθέναι, προστιθέναι, ποιεῖν, τελώ, διεξάγω ή προτείνω έναν αγώνα· ἀγῶνα ή ἐν ἀγῶνι νικᾶν, είμαι νικητής σ' έναν αγώνα. III. 1. γενικά, κάθε είδος αγώνα, σε πόλεμο, δίκη ή κίνδυνο, δυσκολία· πολλοὺς ἀγῶνας ἐξιών, λέγεται για τον Ηρακλή, σε Σοφ.· ἀγὼν προκέεται, με απαρ., είναι δύσκολο ή επικίνδυνο να κάνει κάποιος κάτι, σε Ηρόδ.· επίσης, ἀγὼν περὶ τῆς ψυχῆς, περὶ μεγίστων, αγώνας, προσπάθεια ζωής και θανάτου, αγώνας για τα ύψιστα συμφέροντα κάποιου, σε Ευρ. 2. μάχη, ενέργεια στη μάχη, σε Θουκ. 3. αγώνας σε δικαστήριο, δίκη, σε Πλάτ. κ.λπ. 4. μεταφ., οὐ λόγων ἔθ' ἁγών, τώρα δεν είναι πλέον καιρός για λόγια κ.λπ., σε Ευρ.· οὐχ ἕδρας ἀγών, δεν είναι καιρός να κάθεται κάποιος ακίνητος, αδρανής, σε ησυχία, στον ίδ.