Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "ἀ-φειδής"

Βρέθηκε 1 λήμμα
ἀ-φειδής, -ές (φείδομαιI. 1. γενναιόδωρος ή σπάταλος σ' ένα πράγμα, με γεν., σε Αισχύλ. 2. για πράγμα, αυτό που γίνεται χωρίς εκτίμηση του κόστους ή του κινδύνου, σε Θουκ. II. 1. επίρρ. -δῶς, Ιων. -δέως, ελεύθερα, άφθονα, σε Ηρόδ., Δημ.· επίσης, αφειδής στους κόπους, με πολλή προθυμία, στον ίδ. 2. ανηλεώς, χωρίς έλεος, σε Ηρόδ.· συγκρ. -έστερον, υπερθ. -έστατα, σε Ξεν.