Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "ἀ-τελής"

Βρέθηκε 1 λήμμα
ἀ-τελής, -ές (τέλοςI. αυτός που δεν έχει τέλος, δηλ.: 1. αυτός που δεν οδηγείται σ' ένα τέλος ή αποτέλεσμα, ανολοκλήρωτος, σε Ομήρ. Οδ., Ξεν.· ατελής, σε Σοφ., Θουκ., Πλάτ. 2. Ενεργ., αυτός που δεν οδηγεί σ' ένα τέλος, αυτός που δεν ολοκληρώνει, πετυχαίνει τον σκοπό του, σε Πίνδ., Πλάτ. κ.λπ. II. 1. (τέλος IV), στην Αθήνα, απαλλαγμένος από φόρους ή εισφορές, ο ασύδοτος, Λατ. immunis, απόλ. ή με γεν., ἀτελὴς τῶν ἄλλων, απαλλαγμένος από όλους τους άλλους φόρους, σε Ηρόδ., Αττ. 2. λέγεται για χρηματικά ποσά, αυτός που δεν έχει έκπτωση, καθαρός, σωστός, ὀβολὸς ἀτελής, ένας οβολός καθαρό κέρδος, σε Ξεν., Δημ. III. (τέλος V), αμύητος σε μυστήρια, με γεν., σε Ομηρ. Ύμν.