Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "ἀ-πᾰθής"

Βρέθηκε 1 λήμμα
ἀ-πᾰθής, -ές (πάθος), I. αυτός που δεν υποφέρει ή δεν έχει υποφέρει, αυτός που δεν έχει πείρα ενός πράγματος, με γεν., σε Θέογν., Ηρόδ., Αττ.· απόλ., σε Αττ. II. αυτός που είναι απαλλαγμένος από πάθη ή απρόσβλητος από αισθήματα, ο αναίσθητος· επίρρ., ἀπαθῶς ἔχειν, δεν έχω συναισθήματα, είμαι αναίσθητος, σε Πλούτ.