LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ἀ-παραίτητος"
- ἀ-παραίτητος, -ον (παραιτέω)· I. λέγεται για πρόσωπα, αυτός που δεν κάμπτεται με δεήσεις, ανηλεής, αδυσώπητος, σε Πλάτ. κ.λπ.· επίρρ. -τως, σε Θουκ. II. λέγεται για ποινές, αυτή η οποία δεν μπορεί να αποφευχθεί με ικεσίες, αναπότρεπτη, ανηλεής, σε Δείναρχ.

