Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "ἀ-νόητος"

Βρέθηκε 1 λήμμα
ἀ-νόητος, -ον, I. 1. ακατανόητος, ακατάληπτος, σε Ομηρ. Ύμν. 2. ο μη περιλαμβανόμενος στον κύκλο των διανοημάτων, ο μη οξυδερκής, σε Πλάτ. II. Ενεργ., αυτός που δεν καταλαβαίνει, ανόητος, μωρός, Λατ. ineptus, σε Ηρόδ., Αττ.· ὦνόητε, εσύ, ανόητε! σε Αριστοφ.· ἀνόητα, ανοησίες, στον ίδ.· επίρρ. -τως, σε Πλάτ. κ.λπ.