LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ἀ-κρᾰτής"
- ἀ-κρᾰτής, -ές (α στερητικό κράτος), I. ανίσχυρος, αδύναμος, άτονος, εξασθενημένος, σε Σοφ. II. 1. με γεν. πράγμ., αυτός που δεν έχει δύναμη, εξουσία ή επιβολή σε κάτι, Λατ. impotens, γλώσσης, σε Αισχύλ.· ὀργῆς, σε Θουκ.· επίσης, ακρατής, έκλυτος στην χρήση ενός πράγματος, οἴνου, σε Ξεν., Αριστ.· περὶ τὰ πόματα, στον ίδ. 2. απόλ., αυτός που δεν μπορεί να επιβληθεί στον εαυτό του (στα πάθη του), αχαλίνωτος, Λατ. impotens sui, στον ίδ. 3. λέγεται για πράγματα, άμετρος, υπέρμετρος, υπερβολικός, παράλογος, δαπάνη, σε Ανθ.

