LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ἀριστεία"
- ἀριστεία, ἡ, 1. υπεροχή, ανωτερότητα, γενναιοψυχία, σε Σοφ., Ομήρ. Ιλ. Ε, στην οποία περιγράφεται η ανδρεία του Διομήδη και τιτλοφορείται Διομήδους ἀριστεία.
- ἀριστεῖα, τά, Ιων. -ήϊα, τά, 1. το βραβείο για τον καλύτερο και τον γενναιότερο, αμοιβή για γενναιότητα, σε Ηρόδ., Σοφ., Πλάτ.· σπανίως, ομοίως σε ενικ., σε Ηρόδ. 2. ενικ., μνημείο ανδρείας, αναμνηστικό νίκης, σε Δημ.

