Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "ἀπ-είργω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
ἀπ-είργω, Ιων. ἀπ-έργω, στον Όμηρ. επίσης ἀπο-έργω· μέλ. ἀπείρξω, αόρ. αʹ ἀπεῖρξα, σε Σοφ.· πρβλ. το προηγ. I. 1. κρατώ κάτι ή κάποιον μακριά, απομακρύνω, φράζω το δρόμο σε, παρεμβάλλω προσκόμματα σε, τινά τινος, σε Όμηρ., Αττ.· τινὰ ἀπό τινος, σε Ηρόδ. 2. αποτρέπω κάποιον από το να κάνει κάτι, εμποδίζω, παρακωλύω, με αιτ. και απαρ., ἀπείργω τινὰ ποιεῖν ή μὴ ποιεῖν τι, σε Σοφ., Ευρ. 3. με αιτ., κρατώ σε απόσταση, αποκρούω, παρεμποδίζω, παραμερίζω, προφυλάσσω από, σε Ομήρ. Οδ., Σοφ. κ.λπ.· απόλ., ἀλλ' ἀπείργοι θεός, ο θεός ας μας προφυλάξει! σε Σοφ.· νόμος οὐδεὶς ἀπείργει, κανένας νόμος δεν εμποδίζει, σε Θουκ.· λέγεται για τον Νείλο, ἀπεργμένος, ο ποταμός του οποίου η παλαιά κοίτη είτε αποξηράνθηκε είτε εμποδίστηκε η ροή των υδάτων της με τη δημιουργία φράγματος και την παροχέτευσή τους σε διαφορετική ροή, σε Ηρόδ. II. 1. διαμερίζω, διαιρώ, διαχωρίζω· κληῒς ἀποέργει αὐχένα τε στῆθός τε, σε Ομήρ. Ιλ.· και συνεκδοχικά, ορίζω, οριοθετώ, περιβάλλω, περικλείω, σε Ηρόδ. 2. λέγεται για οδοιπόρους, ταξιδιώτες, ἐνἀριστερῇ ἀπέργων ῥοίτειον, έχοντας στα αριστερά του το Ροίτειο, στον ίδ. III. κλείνω ερμητικά, περιορίζω, στον ίδ.