LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ἀπο-πειράομαι"
- ἀπο-πειράομαι, μέλ. -άσομαι [ᾱ], δοκιμάζω, επιχειρώ, προσπαθώ να βρω ή να γνωρίσω κάποιον ή κάτι, με γεν., σε Ηρόδ., Αττ.· ομοίως επίσης στην Ενεργ., ἀποπειρᾶσαι τοῦ Πειραιῶς, επιχειρώ να καταλάβω τον Πειραιά, σε Θουκ.

