LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ἀπο-λαμβάνω"
- ἀπο-λαμβάνω, μέλ. -λήψομαι, Ιων. -λάμψομαι· Αττ. παρακ. -είληφα· αόρ. βʹ ἀπ-έλᾰβον — Παθ. παρακ. -είλημμαι, Ιων. -λέλαμμαι· αόρ. αʹ -ελήφθην, Ιων. -ελάμφθην· I. 1. λαμβάνω ή δέχομαι από κάποιον, παρά τινος, σε Θουκ.· λαμβάνω ό,τι μου οφείλεται, μισθόν, σε Ηρόδ., Ξεν.· ἀπολαμβάνω ὅρκους, δέχομαι τους όρκους που μου προσφέρνται, σε Δημ. 2. με γεν., λαμβάνω από, παίρνω μερίδιο ενός πράγματος, σε Θουκ. 3. ακούω ή μαθαίνω, Λατ. accipio, σε Πλάτ. II. 1. λαμβάνω πίσω, ανακτώ, επανακτώ, κερδίζω ξανά, ανορθώνω, τὴν τυραννίδα, σε Ηρόδ. 2. έχω δικαίωμα να απαιτήσω και να λάβω, ἀπολαμβάνω λόγον, σε Αισχίν. III. παίρνω ή οδηγώ κατ' ιδίαν ή κατά μέρος, ξεμοναχιάζω, ἀπολαμβάνω τινὰ μοῦνον, σε Ηρόδ.· ἀπολαβὼν σκόπει, σκέψου το ξεχωριστά, σε Πλάτ. IV.αποκλείω, παρεμποδίζω, περιορίζω, σταματώ, σε Ηρόδ.· ἀπολαμβάνω τείχει, αποκλείω με την ανέγερση τείχους, σε Θουκ. — Παθ., παρεμποδίζομαι ή μένω αποκλεισμένος εξαιτίας των δυσμενών, των εναντίων ανέμων, σε Ηρόδ.

